Μεθυσμένα μηνύματα, ή αλλιώς, η στιγμή που τα λόγια που δεν είπες στον άνθρωπο που σε έχει πονέσει ξεπηδάνε μέσω του αλκοόλ και δε σ’ αφήνουν να σκεφτείς τίποτα άλλο, μέχρι να τα γράψεις σε μήνυμα και να τα στείλεις. Είναι η στιγμή που σε πιάνει αυτή η νοσταλγία και τι κάνει ουσιαστικά η νοσταλγία; Σε κάνει να νομίζεις ότι όλα τότε ήταν καλύτερα, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα ήταν πολύ χειρότερα.

Είναι η φάση που θεοποιείς αυτόν τον άνθρωπο σε τέτοιο σημείο, που καταφέρνεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι ναι, αξίζει να του στείλεις μεθυσμένο μήνυμα στις τρεις το ξημέρωμα. Το γεγονός ότι τόσο καιρό σε έχει χεσμένο και σε έχει βγάλει απ’ τη ζωή του, προς το παρόν, το ξεχνάς, το προσπερνάς, και δεν του δίνεις τη βαρύτητα που του αρμόζει, καθώς θα ήταν ο κύριος λόγος να σ’ αποτρέψει απ’ το να στείλεις. Κι εσύ, κακά τα ψέματα, θέλεις να στείλεις.

Ήθελες να στείλεις εδώ και καιρό, καθώς δεν μπορείς ακόμα να χωνέψεις το γεγονός ότι σε ξεπέρασε τόσο γρήγορα, τόσο εύκολα και πως, πιθανώς, προχώρησε. Τι δεν είχες που το ήθελε τόσο πολύ, τι δεν έδωσες και το βρήκε αλλού; Πολλές απορίες, πολλά παράπονα.

Δε θα σου πω ότι αυτό που πας να κάνεις είναι ανώριμο, ανούσιο κι ανώφελο, αφού, κατά πάσα πιθανότητα, δεν πρόκειται να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο τύπος ή η τύπισσα παίζει να το διαβάσει και να μη σου απαντήσει καν, αν σου απαντήσει να είναι ένα ξερό μήνυμα έξι λέξεων τύπου «δε μας χέζεις κι εσύ βραδιάτικα» ή να σε παίξει, να πάει με τα νερά σου, κι την επόμενη μέρα σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Ας πούμε λοιπόν ότι εσύ είσαι τόσο υπεράνω, τόσο cool, που δε σε νοιάζει αν η αντίδραση του παραλήπτη δε θα είναι η επιθυμητή, αρκεί να στείλεις αυτό το γαμημένο το μήνυμα εκείνη την ώρα. Θα σου πω εδώ το εξής: πάλι καλά που έχεις καλούς φίλους, οι οποίοι σε κάτι τέτοιες στιγμές αδυναμίας, σου παίρνουν το κινητό απ’ τα χέρια και σε αποτρέπουν απ’ το να στείλεις το λάθος μήνυμα, στο λάθος άνθρωπο, τη λάθος στιγμή.

Λάθος μήνυμα, γιατί με τόσο αλκοόλ στον οργανισμό σου, σιγά μην μπορέσεις να γράψεις μία πρόταση με σωστό συντακτικό και σωστή ορθογραφία. Στο λάθος άνθρωπο, γιατί όσο ψηλά κι αν τον έχεις και μόνο το γεγονός ότι αδιαφορεί για το αν ζεις ή όχι, και μόνο που δεν είναι στη ζωή σου τώρα, θα έπρεπε να σε κάνει να τον βγάλεις από το θρόνο του, να ξενερώσεις και να τον βάλεις εκεί που σ’ έχει βάλει κι αυτός: στην άκρη. Λάθος ώρα, γιατί πάντα το βράδυ σκεφτόμαστε και κάνουμε μαλακίες.

Πάντα, μετά τις δώδεκα, σ’ όποιον κι αν στείλεις μήνυμα, είναι σαν να του δείχνεις ότι τον σκεφτόσουν, ότι δεν μπορούσες να κοιμηθείς και γι’ αυτό του έστειλες. Πόσο μάλλον αν είσαι έξω, με τους φίλους σου, με το ποτάκι σου και τη μουσική που σου αρέσει, δείχνεις ότι παρ’ όλο που έχεις όλα τα εφόδια για να περάσεις καλά, όλα αυτά δεν τα υπολογίζεις και μοιάζουν ανούσια χωρίς αυτόν.

Τι κάνουμε ρε ‘σεις, πού πάμε; Βαφτίζουμε απωθημένα ανθρώπους που απλώς δεν μπορούμε να χωνέψουμε ότι δεν κόλλησαν μαζί μας, μας πιάνει ο εγωισμός μας, κολλάμε, και τι καταφέρνουμε; Να θέλουμε να στείλουμε μεθυσμένα μηνύματα, μπας και κάνουμε το αδύνατο δυνατό, μπας κι υψώσουμε το εγώ μας. Μπας και τελικά δούμε ότι τα αισθήματά μας δεν είναι μονόπλευρα, παρ’ όλο που η στάση του άλλου, εδώ και καιρό, μόνο αυτό δείχνει.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ λοιπόν κι ένα τεράστιο σ’ αγαπώ σε εσάς, τους φίλους τους καλούς και τους σωστούς, που κάτι τέτοιες στιγμές είναι τόσο σημαντικό να είστε δίπλα μας και να μας αποτρέψετε από μια τέτοια κίνηση. Να ‘ναι καλά και το αλκοόλ βέβαια, που μας κάνει πιο χαλαρούς και σας λέμε με μεγάλη άνεση «Φίλε, θα στείλω στον τάδε μήνυμα. Ναι, ναι, τώρα, τέτοια ώρα. Δεν αντέχω, μου λείπει» και τα συναφή.

Πάμε λοιπόν στη δική σας μεριά, στη μεριά του φίλου-σωτήρα της βραδιάς. Αρχικά, για μερικά δευτερόλεπτα, νομίζετε ότι τρολλάρουμε. Αλλά επειδή μας ξέρετε καλά και ξέρετε τι σούργελα είμαστε, μπαίνετε αμέσως στο νόημα και μας πιστεύετε. Θα ρίξετε μια προειδοποίηση ότι θα μας πάρετε το κινητό, αλλά εμείς προφανώς και δε θα σας πιστέψουμε. Τουαλέτα μόνοι μας, ούτε για αστείο δε θα μας αφήσετε, γιατί ξέρετε ότι είναι πιθανόν ν’ αμαρτήσουμε κι εκεί. Έτσι, μόλις δείτε τη συνομιλία και πάνω αριστερά το όνομα του παραλήπτη, σε νανοσεκόντ μας έχετε πάρει το κινητό και δε μας το δίνετε μέχρι να γυρίσουμε σπίτι.

Στην αρχή θα προσπαθήσουμε να είμαστε ήρεμοι, να το παίξουμε νηφάλιοι ώστε να σας αποδείξουμε πόσο καλά είμαστε και πως, φυσικά, δεν πρόκειται να στείλουμε κανένα μεθυσμένο μήνυμα. Όμως εσείς είστε παλιές καραβάνες και ξέρετε πως ψευδόμαστε ασύστολα. Συνεπώς, δεν πείθεστε. Η συνέχεια είναι η πιο αστεία: θα θυμώσουμε, θα σας απειλήσουμε ότι δε θα σας ξαναμιλήσουμε ποτέ, θα ισχυριστούμε ότι η ζωή είναι δική μας κι απ’ τα λάθη μας μαθαίνουμε και γενικά θα βρισκόμαστε σε μια φρενίτιδα αμπελοφιλοσοφίας και φτηνών δικαιολογιών.

Όμως εσείς εκεί, αγέρωχοι κι αμετάκλητοι, δε λυγίζετε. Ξέρετε προφανώς πως ό,τι κι αν σας πούμε την επόμενη μέρα όχι μόνο δε θα ισχύει, αλλά θα σας ευγνωμονούμε αιώνια γι’ αυτήν την ιερή σας πράξη. Βέβαια, ένας Θεός ξέρει πώς μας αντέξατε εκείνο το βράδυ και δε μας είπατε: «άντε βρε νούμερο, παρ’ το κινητό σου και μη μου πρήζεις άλλο τα συκώτια». Κι όμως, δεν το είπατε, δεν το κάνατε.  Αν αυτή δεν είναι η απόλυτη ένδειξη αφοσίωσης, αγάπης και φιλίας, τότε τι είναι;

Να είστε λοιπόν καλά, να μας ανέχεστε και να μας αγαπάτε. Γιατί αν έχουμε εσάς δίπλα μας, και χωρισμούς θα αντέξουμε, και μεθυσμένα μηνύματα δε θα στείλουμε, και κάθε αποτυχία θα την ξεπεράσουμε μαζί σας. Χωρίς εσάς όμως, τι θα κάναμε;

 

Συντάκτης: Ειρήνη Μανουσαρίδου
Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου