Ακαριαίος συμβολικός θάνατος ο έρωτας. Για άλλους εφήμερος ο ίδιος, για άλλους αιώνιος, ως σύμβολο, για όλους ανεξήγητος κι ανεξέλεγκτος. Σίγουρα πολυδιάστατος και πολύπλοκος για τους πιο πολλούς κι αναπόφευκτα ταυτισμένος με το πάθος σε ακραίο βαθμό.

Υπήρξα, μάτια μου, κυνηγός της επιθυμίας στη ζωή μου από πάντα. Πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου να επιθυμεί την ίδια την επιθυμία, καθώς τρωγόμουν με τα μέσα μου και τα έξω μου, για να μη βαριέμαι. Του σιναφιού μου οι άνθρωποι βαριούνται εύκολα και δεν εφησυχάζονται ποτέ, βλέπεις. Και καθώς τρωγόμουν και ψαχνόμουν γνώριζα ανθρώπους, κέρδιζα εμπειρίες, γέμιζα συναισθήματα, μοιραζόμουν αισθήσεις και συνήθως, κινδύνευα.

Κινδύνευα καθώς πήγαινα, συχνά, γυρεύοντας να συγκρουστώ μετωπικά με τον δυνάμει πανταχού παρόντα φτερωτό θεό του έρωτα, όπως συνηθίζεται να τον αποκαλούν οι ονειροπόλοι. Κινδύνευα γιατί αυτός ο θεός είναι εξίσου και δαίμονας. Ειλικρινής κι υποκριτής την ίδια στιγμή, πολυπρόσωπος κι ανελέητος σε κάποιες μορφές του, λυτρωτικός σε άλλες, μα γενικά, εραστής των άκρων.

Με αδρεναλίνη στο κόκκινο, με κοντέρ σπασμένα και συνειδητά παντελή άγνοια κινδύνου, φουλάριζα στις διαδρομές μου μέχρι τα γκάζια μου να σπάσουν και τα φρένα μου να βγάλουν καπνούς, λίγο πριν δω το Χάρο με τα μάτια μου. Μέχρι που τελευταία στιγμή, με έναν ελιγμό, απέφευγα τον κίνδυνο και πάλι απ’ την αρχή. Με ιντριγκάρει, βλέπεις, αυτός ο κίνδυνος του ακατάσβεστου πάθους, έστω κι αν τζογάρω το κεφάλι μου κόντρα στην πιθανότητα του ανεκπλήρωτου.

Συνήθως τον έρωτα τον πετυχαίνεις μέσα σε δυο μάτια. Ή –για να το πω πιο σωστά– σε πετυχαίνει μέσα από δυο μάτια που για σένα θα γίνουν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι δηλώνει το χρώμα τους, μόλις σε κοιτάξουν. Τα μάτια αυτά για σένα θα σημαίνουν τον ίδιο τον έρωτα, θα είναι σαν να βλέπεις εκείνον μέσα τους, λες κι ο άνθρωπος στον οποίο ανήκουν είναι έρωτας αυτοπροσώπως, ή λες κι ο έρωτας δανείστηκε το δικό του βλέμμα.

Έτσι τον γνώρισα κι εγώ. Ήρθε κι είχε τα μάτια σου. Συστήθηκα μαζί του ακριβώς εκείνη τη μοιραία στιγμή που συναντήθηκαν οι ματιές μας και δε χρειάστηκε καν να του δώσω άδεια για να περάσει μέσα. Γκρέμισε τα πάντα κι εισέβαλε με το έτσι θέλω στον, μέχρι τότε, απλησίαστο κόσμο μου. Ξέρεις πώς είναι αυτά.

Θέλω να σου πω πως δε με πείραξε ούτε με τρόμαξε. Τολμάω να πειραματίζομαι στο πώς να χειρίζομαι όσα δεν έχουν τρόπο χειρισμού. Ήξερα ήδη απ’ τον εαυτό μου τα κουμπιά σου, γιατί αποδείχτηκε στο τέλος πως μοιάζουμε, με έναν τρόπο μυστήριο και διαφορετικό. Αυτή μου η συνειδητή απερισκεψία που σε θυμίζει, είναι που με έκανε να σε ονομάσω κάτι περισσότερο από συμβολικό απωθημένο. Κι ας μην είσαι τέτοιο.

Το timing μας ήταν παράξενο, αν κανείς πιστεύει σε ό,τι αποκαλούμε timing. Δε μας περίμεναν δρόμοι ανοιχτοί, δεν υπήρχαν πουθενά στρωμένα κόκκινα χαλιά, δε μας χαρίστηκε κάτι, δεν καταλάβαμε από πού μας ήρθε. Μα έμοιαζε ξαφνικά πιο «σωστό» από οτιδήποτε άλλο. Απλώς συνέβη και γιγαντώθηκε μέσα στα ήδη χαωμένα κεφάλια μας, όταν η καθεμιά μας, έμοιαζε να έχει χίλιους δυο ανοιχτούς λογαριασμούς από παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Έτσι «έπρεπε» να γίνει κι έτσι έγινε. Γιατί το χάος έλκεται απ’ το χάος και σε στιγμές παραπλανά, καθώς μεταμορφώνεται σε τάξη, όταν όλα μοιάζουν να μπαίνουν στη θέση τους δίχως κανείς να μπορεί να εξηγήσει γιατί και πώς.

Έτσι νιώσαμε κι οι δυο όταν κοιταχτήκαμε, έτσι αισθανθήκαμε όταν σε πήρα αγκαλιά, έτσι παραδοθήκαμε όταν σε φίλησα και μου παραδέχτηκες πως και για σένα ο έρωτας είχε έρθει φορώντας τα δικά μου μάτια. Σαν να μπήκαν τα πάντα στη θέση τους, ξεβολεύοντας όλα όσα είχαν ήδη θρονιαστεί μέσα μας χρόνια πριν. Λες και κάποιος είχε ορίσει ερήμην μας μια «σωστή τάξη πραγμάτων», χωρίς την άδειά μας, όταν δεν κοιτούσαμε κι ήρθε ο έρωτας να μας ταρακουνήσει προκαλώντας το χαμό ενός χάους που, εν τέλει, ταίριαζε καλύτερα σε εμάς τις δυο.

Ένα χάος ανήσυχο και διπολικό μέσα απ’ το οποίο απομακρυνόμασταν για να ξαναβρεθούμε, αλληλοπληγωνόμασταν για να ξαναεπιδιώξουμε η μία την άλλη και να ενωθούμε πιο έντονα από πριν. Ένας χάος με κοινό παρονομαστή τα μάτια μας, που δεν έπαψαν ποτέ να καθρεφτίζουν τον έρωτά μας και τον ίδιο τον έρωτα.

Ο έρωτας ήρθε κι είχε τα μάτια σου. Δυο μάτια που το μέσα τους κατάφερε να επισκιάσει ακόμη και το χρώμα τους. Δυο μάτια τα οποία μου έκλεψαν για πάντα το πρώτο αμήχανο χαμόγελο του ερωτευμένου. Το χαμόγελο που κατάφεραν τα ίδια να μου προκαλέσουν και που το ανταπέδωσαν κορυφώνοντάς το, θαρρείς και μεταφράστηκαν οι σκέψεις μας σε γέλιο ακριβώς τη στιγμή που ερωτευτήκαμε. Κι εκείνη τη στιγμή πέθανα για να ξαναγεννηθώ κι ίσως ξαναπεθάνω στ’ όνομα όσων συμβολίζεις. Γιατί (κι) αυτό είναι ο έρωτας. Γέννηση και θάνατος του, μαζί.

 

Συντάκτης: Έλλη Πράντζου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου