Όταν δεν κοιτάει κανείς, κουκουλώνεται και κλαίει στο κρεβάτι. Σ’ αυτό το καλοστρωμένο κρεβάτι, στο φωτεινό υπνοδωμάτιο, στο φρεσκοβαμμένο διαμέρισμα με τις λινές κουρτίνες.

Όταν δεν κοιτάει κανείς, ντρέπεται. Ντρέπεται τόσο ανυπόφορα που σχεδόν απαγορεύεται να μην κοιτάει κανείς. Ας είναι κάποιος πάντα εκεί, ένα ακροατήριο, ας μην ντραπεί κι απόψε. Και να πιει. Κυρίως να πιει, ν’ αντέξει εαυτόν, παρόν και ματαιότητα. Να πιει να φανεί ευχάριστος, να μοιάσει με τους άλλους, να μην είναι πια αλλόκοτος. Να ξεχάσει την ντροπή.

Όταν δεν κοιτάει κανείς, τον βρίσκει η νύχτα στον καναπέ με πορνό. Τον βγάζει έξω και τον μετράει. Είναι άραγε εντάξει; Του φτάνει; Τους φτάνει; Αγχώνεται και πάλι, ξανά ντροπή, μαθαίνει να πηδάει μηχανικά, δεν ξέρει άλλο τρόπο. Μια ζωή στο ρελαντί, ένας άνθρωπος σε κλίβανο. Όταν δεν κοιτάει κανείς υποψιάζεται ότι δε νιώθει κι απελπίζεται με αυτό. Δεν πρέπει να μείνει ξανά μόνος.

Όταν δεν κοιτάει κανείς δεν ανέχεται κανέναν. Μα είναι όλοι τους τόσο αφελείς, τόσο απερίσκεπτοι, μα πόση σαχλαμάρα χωράει ο πλανήτης; Γιατί να πρέπει να τους ικανοποιεί διαρκώς; Γιατί να βοηθάει τους πάντες; Εκείνοι θα του ‘ταν το ίδιο αφοσιωμένοι σ’ αντίστροφη περίπτωση; Γιατί δεν τους λέει να παν’ να γαμηθούν, μα αφού τον έχουνε κουράσει. Πολλή αλήθεια για να τη σηκώσει. Ας βάλει ένα ποτό ακόμη. Όχι, δε φταίνε εκείνοι. Μ’ αυτόν είναι το πρόβλημα, γιατί δε γίνεται, κάτι υπάρχει, κάτι δε λειτουργεί σωστά, γιατί νιώθει τόσο άθλια; Μα, οι άλλοι ευτυχούν! Οι φίλοι προοδεύουν! Και τους αγαπάει, αλήθεια τους αγαπάει, δεν είναι ότι δεν τους αγαπάει, είναι που δεν τους καταλαβαίνει! Τι του συμβαίνει; Γιατί τόση δυστυχία; Ξανά μόνος.

Όταν δεν κοιτάει κανείς θυμάται τις ευθύνες. Εκείνες που τον φόρτωσαν και δεν πρόβαλλε αντίσταση. Τις άλλες που απόφυγε ενώ του αναλογούσαν. Τα βράδια που εμφανίζονται απ’ το πουθενά οι ευθύνες, είναι βράδια πολυάσχολα. Χάλασε πρόσφατα η τηλεόραση και θέλει φτιάξιμο ή πρέπει να παραδώσει μελέτη αύριο στο γραφείο. Γενικώς, όσο με κάτι ασχολείσαι τόσο λιγότερο σκέφτεσαι. Αυτό το ‘χει πλέον εμπεδώσει.

Όταν δεν κοιτάει κανείς, φαντασιώνεται να κάνει πράγματα που δεν κάνει ποτέ, όποιος κι αν δεν τον κοιτάει. Ονειρεύεται να διαπρέπει, να ‘ναι ήρεμος, και κυρίως να μη σκέφτεται. Ονειρεύεται να ‘ναι Κυριακή και απ’ την κουζίνα να μυρίζει καφές φουντούκι. Ονειρεύεται ένα σώμα που να ποθεί, ένα μυαλό που να θαυμάζει, μια εικόνα που ν’ ανταποκρίνεται στις υψηλές του προσδοκίες. Κι αμέσως μετά καβλώνει στη σκέψη να τ’ αποκτά κι ο ίδιος. Γιατί μια τέτοια γυναίκα σαφώς θ’ αναζητούσε κάποιον αντάξιο. Κι ονειρεύεται να γίνει εκείνος το σώμα που ποθεί, το μυαλό που θαυμάζει, η εικόνα η αξιοσημείωτη. Και τελικά καταλήγει ν’ αγαπά έναν ήρωα που μόνο ο ίδιος ξέρει. Όμως, στην πραγματικότητα ο ήρωας αυτός δεν υπάρχει κι ας το παραβλέπει εντέχνως. Δεν έχει το σώμα που ποθεί, είναι φορές που αμφιβάλει για το μυαλό του, η εικόνα του ποια να ‘ναι άραγε; Κι εκείνη η γυναίκα πού είναι; Γιατί δεν έρχεται; Θα ‘ρθει; Μήπως ήρθε; Υπάρχει; Πολλές οι ερωτήσεις, κατεβάζει το διακόπτη. Απεριόριστες άλλωστε ακόμα οι δυναμικές για πειραματισμούς και παροδικότητες, μηδενικό το κόστος. Ξανά μόνος.

Όταν δεν κοιτάει κανείς δεν αντέχει τον εαυτό του, γιατί είναι ίσως ο μόνος που ξέρει ότι δεν μπορεί να κοροϊδέψει. Προσπαθεί με το ζόρι κάπου να τον στριμώξει, να πεισθεί ότι είναι αυτάρκης, να μη θυμάται πόσο μικρός μπορεί να γίνει. Κατηγορείται, δικάζεται και πλέον αθωώνεται. Πάντα μόνος.

Όταν δεν κοιτούσε κανείς αναπόφευκτα κοίταξε εκείνος. Κι έτσι ξερίζωσε τα μάτια του και πίστεψε ότι δεν κοιτάει πια κανείς.

 

Συντάκτης: Κατερίνα Κεχαγιά