Σεπτέμβριος, φρεσκοχωρισμένος και σε μια νέα πόλη για μια καινούργια αρχή. Τουλάχιστον αυτό μου υποσχέθηκαν φίλοι, γνωστοί, οικογένεια κι οι λοιποί άσχετοι που δεν ένιωθαν αυτό που ένιωθα εγώ.

Μια νέα αρχή και καλή σταδιοδρομία στη φοιτητική ζωή μου. Όλα καλά θα πάνε, μου είπε η μάνα μου όταν με χαιρέτησε κι εγώ απλά χαμογέλασα. Νέα πόλη, νέα άτομα και πολλά να ανακαλύψεις, πρώτος χρόνος φοιτητής κιόλας, η ιδανική κατάσταση για έναν 19χρονο αγόρι. Κι όμως δεν έκατσε τόσο ωραία η φάση όσο φαίνεται.

Το νέο σπίτι που μένεις μόνος σου είναι παράδεισος ησυχίας κι ανεξαρτησίας, το θέμα είναι η ησυχία αυτή να μη σε κάνει να ασφυκτιάς Έτσι ένιωθα εγώ το πρώτο βράδυ. Ένα βάρος και μια ταραχή αντί για χαλάρωση κι απόλαυση της καινούργιας μου ζωής. Περισσότερο για κόλαση έμοιαζε παρά για παράδεισο.

Χωρισμός και καλοπέραση δεν πάνε μαζί, δε γουστάρεις να δεις κάτι διαφορετικό ούτε να ασχοληθείς με τίποτα. Θες απλά να λιώσεις σε ένα κρεβάτι και να αναλογιστείς όσα έγιναν. Ο ύπνος είναι πολυτέλεια μιας και δεν μπορείς να κλείσεις το μάτι, γιατί τότε είναι που επιστρέφουν όλες οι εικόνες και σε χτυπάν αλύπητα, ή στην ακόμη χειρότερη περίπτωση το μυαλό δημιουργεί σενάρια άρνησης της παρούσας κατάστασης και φτιάχνει έναν ιδανικό κόσμο που όλα κυλούν ομαλά και που δεν έχασες το πρόσωπο που νοιαζόσουν τόσο πολύ. Και κάπως έτσι ξεκινά η παράνοια. Γι’ αυτό παραμένεις ξύπνιος, σκέφτεσαι πως καλύτερα να λιποθυμήσεις απ’ την κούραση και να μη νιώθω παρά να το χάσεις τελείως.

Κι αφού έχει περάσει ένας μήνας και κάτι στη σχολή, μία μέρα εμφανίζεται αυτή. Μια κοπέλα που απλά ήθελα να πλησιάσω, να ακούσω τη φωνή της. Ούτε για μια στιγμή απ’ το μυαλό δε μου πέρασε η σκέψη «Ωπ, να κάτι καινούργιο για να ξεπεράσεις το παλιό», αλλά μια ιδέα για μειώσω αυτόν τον πόνο της μοναξιάς.

Όχι ερωτικό, αλλά επικοινωνιακό. Απλώς η συγκεκριμένη είχε κάτι περίεργο κι ήθελα να μπω μέσα στο κεφάλι της. Κοινοί γνωστοί, πάρτι, καφέδες γνωριμίας κι όλο και περισσότερο γνωριζόμασταν. Ένα βράδυ τυχαίνει να έρθει σπίτι μου και ξεκινήσαμε να μιλάμε για τον χωρισμό μου, ποτά τσιγάρα και πολλά λόγια.

Κι έτσι πάνω στην κουβέντα ξεκινήσαμε να παίζουμε ένα παιχνίδι. Έχασε κι ασυναίσθητα τη φίλησα, με φίλησε, έτσι απλά χωρίς λόγο. Κοιμήθηκε σπίτι μου και το επόμενο πρωί αφού έφυγε, με έπιασε ταυτόχρονα μια χαρά, αλλά και μια λύπη.

Όπως είπε και μια φίλη, χαιρόμουν γιατί κατά βάθος το θέλαμε κι οι δύο να γίνει, γι’ αυτό χαιρόμουν, ταυτόχρονα όμως σιχαινόμουν τον εαυτό σου, κατά κάποιον τρόπο πίστευα πως είχα προδώσει την πρώην μου. Κοινώς, ήμουν απλά κολλημένος στη σκέψη της και μου έβγαινε σε αυτολύπηση. Κι ας έχω πλέον συνειδητοποιήσει πως τους πρώην δε γίνεται να τους προδώσεις γιατί ουσιαστικά δεν μπορείς να προδώσεις τους δεσμούς που σας έδεναν.

Όλο αυτό ξαναέγινε κι άλλες φορές μέσα στη χρονιά και κατέληξα να σκέφτομαι τι είναι αυτή η κοπέλα για μένα. Ένας έρωτας; Όχι. Όσο κι αν σιχαίνομαι τη συγκεκριμένη λέξη αυτό που τελικά ήταν για μένα αυτή η κοπέλα ήταναπώς καβάτζα . Το αποδέχτηκα κι ήμουν οκ μέχρι που κάποια στιγμή μου ανακοίνωσε πως τέρμα. Είχε γνωρίσει κάποιον που της άρεσε κι αυτή ήταν η αυτονόητη εξέλιξη.

Κι εκεί είναι που πόνεσε, έτσουξε -άσχημα όμως. Της χαμογέλασα και της ευχήθηκα καλή τύχη ενώ στην πραγματικότητα ήθελα να την κολλήσω στον τοίχο και να τη φιλήσω. Κι έτσι η καβάτζα έγινε συνήθεια κι εξάρτηση.

Στην τελική όμως όλα ξεπερνιούνται, ό,τι κι αν είναι, όσο δύσκολο κι ας μοιάζει. Η συνταγή είναι απλή∙ γέλιο και λίγη αδιαφορία στις λεπτομέρειες.

 

Επιμέλεια Κειμένου Χρήστου Ζήση: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Χρήστος Ζήσης