Γυρνάς στο σπίτι σου και η απουσία είναι πιο ηχηρή από την παρουσία. Το «λείπω» δεν αντικαθιστά το «θέλω». Γιατί ό,τι σου λείπει βρίσκεται σε απόσταση θέλησης. Όσες δικαιολογίες και να λες στον εαυτό σου, όσα βράδια πνιγμένα στο ποτό και να περάσεις, αν δε κάνεις κάτι γι’ αυτό που σου λείπει, είναι καταδικασμένο να σου λείπει για πάντα. Είσαι καταδικασμένος να μένεις λειψός για πάντα.

Το ξέρω πως κάτι σου λείπει. Το μυαλό σου είναι γεμάτο απουσίες. Η ψυχή σου είναι στιγματισμένη από αποτυπώματα ματιών, λέξεων, ονείρων που χάθηκαν στην φωτιά του «δε μπορώ», του εγωισμού και της δειλίας.

Η καταραμένη απόσταση, το ακόμα χειρότερο «bad timing», αιώνια να σου υπενθυμίζουν αυτό που δεν μπόρεσες να ολοκληρώσεις. Λένε πως «γίνεσαι ευτυχισμένος όταν δεν υπάρχει κάποιος ή κάτι να σου λείπει το βράδυ πριν ξαπλώσεις». Εσένα όμως σου λείπει.

Για να σου  λείπει κάτι πρέπει έχεις αποκτήσει δικαίωμα επάνω του. Και για να έχεις αποκτήσει αυτό το δικαίωμα, πρέπει να έχεις παλέψει με νύχια και με δόντια γι’ αυτό που τόσο θέλεις. «Μου λείπεις». Πίσω απ’ αυτήν τη φράση κρύβεται το ό,τι λείπει από σένα. Ήταν κάτι δικό σου και τώρα δεν είναι. Ή δεν ήταν ποτέ δικό σου και σου λείπει η ιδέα του στη ζωή σου.

Ελπίζω να μην είσαι απ’ αυτούς τους εθισμένους στην απουσία. Αυτούς που έχουν μάθει να ζουν μισοί, ακρωτηριασμένοι. Αυτούς που έχουν εθιστεί τόσο σε αυτόν τον πόνο που έχουν παραιτηθεί από τον αγώνα της κατάκτησης. Είναι αυτοί που θα έχουν να σου εξιστορήσουν πράγματα και θαύματα για εκείνο τον έρωτα που που στοιχειώνει τα βράδια τους, αλλά θα σιωπούν όταν τους ρωτάς «και τι έκανες γι’ αυτό»;

Σου εύχομαι να τελειώνεις τη μέρα σου και ακόμα κι αν σου λείπει κάποιος ή κάτι, να είσαι ήρεμος και άδειος από την προσπάθεια να το φέρεις κοντά σου. Να τα έχεις δώσει όλα στην διεκδίκηση. Εκεί παίζεται το σκληρότερο παιχνίδι. Για ν’ αξίζει να σου λείπει κάποιος, πρέπει να αξίζεις να τον έχεις.

Φταίει και η κοινωνία μας, δε λέω, που σ’ έχει πείσει πως είναι λογικό να ζεις με τα λίγα. Πως δεν μπορείς να διεκδικήσεις τα πολλά. Που σε ωθεί να παλεύεις για όσα εννοούνται και να ζεις για όσα δε θα έχεις ποτέ. Βράζεις με όλους τους υπόλοιπους μέσα στο ίδιο καζάνι. Δεν έχει  νόημα να ξεχωρίσεις, ν’ αγωνιστείς, να ονειρευτείς, γιατί ούτως ή άλλως καταλήγεις εκεί που θέλουν να καταλήξεις. Στο σημείο μηδέν. Εκεί που είναι παράλογο να ζητάς κι ακόμα πιο παράλογο να παλεύεις.

Και αυτή είναι η αρχή του κακού. Παρατάς την προσπάθεια, τα όνειρα σου, τη δουλειά των ονείρων σου, τον άνθρωπο σου, όλα όσα σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι. Και κάπου εκεί παρατάς και τον εαυτό σου. Και σου λείπεις. Και σου λείπουν όλα αυτά γιατί σου έχουν μάθει πως δεν μπορείςνα τα διεκδικήσεις, πως και να μπορούσες δε θα είχε κανένα νόημα. Αυτή είναι η γενιά του «μου λείπεις». Αυτή του «δεν έχει νόημα».

Αν αφήσεις την κλάψα και την ήττα στην άκρη, αν σηκώσεις το κεφάλι σε όλους όσους σε γονάτισαν, αν αρνηθείς τα λίγα και παλέψεις για όλα, τότε φίλε μου ίσως και να κάνεις τη διαφορά. Ίσως αν μιλήσεις, αν διεκδικήσεις, αν ξεφορτωθείς τις ματαιώσεις σου και φωνάξεις σαν αγρίμι για όλα όσα θέλεις στη ζωή σου, ίσως τότε και να έρθει το βράδυ που θα κοιμηθείς αγκαλιά με όλα όσα ονειρεύτηκες ποτέ.

Τίποτα δε θα σου χαριστεί και τίποτα δε θα σου ανήκει απλά και μόνο επειδή «σου λείπει». Ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει, με μονάδα μέτρησης το πάθος και το πείσμα του. Κανόνισε να είσαι από αυτούς που τα «θέλω» τους επισκίασαν το «μπορώ» τους και όχι απ’ αυτούς που έχασαν τη μάχη πριν πάνε καν στον πόλεμο.

 

Επιμέλεια κειμένου Χαράς Βλαχοδήμου: Ελευθερία Παπασάββα

Συντάκτης: Χαρά Βλαχοδήμου