Κι αν δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος; Καμία λογική ή βάσιμη εξήγηση; Κι αν ούτε εσύ ούτε ο άλλος μπορείτε να το αποδώσετε λογικά ή έστω απλά; Θα με ρωτήσεις ποιο, γιατί ξέρω πως σε μπέρδεψα. Ξεκίνησα ανάποδα. Ξεκίνησα απ’ το αποτέλεσμα γιατί το αίτιο είναι προφανές. Ξεκίνησα με την κατάληξη, γιατί η αρχή είσαι εσύ.

Εξηγούμαι αμέσως για να μην αρχίσεις να κοιτάς γύρω-γύρω σε αναζήτηση ποιου «εσύ» εννοώ. Θέλω, όμως, να με βοηθήσεις. Θέλω τη σύμπραξή σου στο γκρέμισμα. Θα αρχίσουμε με μια απ’ τις χειρότερες συνήθειες των ανθρωπίνων σχέσεων, που είναι το σκάλισμα. Η συνεχής διερώτηση αυτών που την απαρτίζουν «γιατί με θέλει, γιατί μένει, τι έχω και τον κάνει να νιώθει έτσι». Τα σκαλίζουμε ξανά και ξανά να βρούμε απαντήσεις. Νομίζουμε ότι αυτές θα μας σιγουρέψουν. Θα στεγανοποιήσουν το οικοδόμημα.

Συγνώμη κιόλας, που χαλάω παράδοση τόσων αιώνων, αλλά θέλουν κατεδάφιση και χωρίς τύψεις. «Ε, μα τώρα τι είναι αυτά που μου λες; Να μην ξέρω;» θα μου πεις. Παράλληλα σε δελεάζει κι η βαριοπούλα για να αρχίσεις το γκρέμισμα. Το έχεις πια υποψιαστεί ότι όσο θα θες να ξέρεις, τόσο αυτός ο λαβύρινθος ερωτοαπαντήσεων δε θα τελειώνει. Και στην καθεμία ερώτηση θα χαλάει κι από λίγο η μαγεία, γιατί αν θες λογική βάση στο επιχείρημα, αναπόφευκτα θα την πάρεις κλεισμένη σε ένα συγκεκριμένο τετράγωνο κουτί. Σαν αυτό που πέφτει πάνω η σκιά της βαριοπούλας.

Έξω από αυτό ή όταν πάψει να υπάρχει, κάποιος ξυπνάει χαμογελαστός στη σκέψη σου. Ανοίγει το παράθυρο και σιγουρεύεται ότι θα είναι μια υπέροχη μέρα κι ας ρίχνει καρέκλες ή χιόνι, μόνο γιατί υπάρχεις. Έτσι, χωρίς άλλο λόγο να παιδεύει το κεφάλι του. Σφυρίζει και σιγοτραγουδάει με χέρια ανοιχτά στο κενό σαν να σε χορεύει. Στις στροφές φαντάζεται το χαμόγελό σου και μια ευφορία τον κατακλύζει. Έτσι, γιατί μπορεί. Βγάζει ένα «ουφ» ανάμεσα στο χάος της δουλειάς κι όπως ξεφυσάει στον αέρα νιώθει ότι εσύ του πήρες το βάρος. Μόνο επειδή σε έβαλε στο νου του.

Συνεχίζει να δουλεύει πιο αποδοτικά, γιατί ξέρει ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψεις πιο δυναμικά στο κεφάλι του. Πάνε στραβά όσα σχεδίασε και δεν πετυχαίνουν ούτε οι εναλλακτικές κι εσύ σαν μικρό φωτάκι από χαραμάδα απελπισίας είσαι εκεί. Συλλογίζεται τι θα έκανες στην περίπτωση κι αισιοδοξεί. Χωρίς ενδιάμεσες στάσεις εξηγήσεων. Έτσι, αυθόρμητα, βρήκε πάλι τον τρόπο να συνεχίσει μέσα από σένα. Κι ας μην είσαι εκεί. Ακόμα κι όταν είσαι και δε στο λέει ή δε στο δείχνει. Ακόμα κι όταν του διαφεύγει κι αυτό.

Θέλει να σκάσει βεγγαλικά στην πλατεία και να φωνάξει φίλους να δουν το υπερθέαμα όλοι μαζί. Θέλει να τον ρωτήσουν γιατί κάνει τόση φασαρία. Θέλει να του ζητήσουν το λόγο γιατί σκορπάει τόσα χρώματα σαν υπνωτισμένος από χαρά. Για να πει δυνατά σε όλους: «Γιατί έτσι θέλω». Απορημένοι ίσως τον χλευάσουν κιόλας. Ούτε αυτοί δε σκέφτηκαν ακόμα να γκρεμίσουν, όταν ο έξω κόσμος τους προστάζει να χτίσουν μανιωδώς. Τους δικαιολογεί και συνεχίζει να πετάει βεγγαλικά και να σου φωνάζει εξαιτίας σου απτόητος.

Πέρασε για λίγο απ’ την καρδιά του μια βαθιά κατανόηση για το χλευασμό τους. Μεταξύ μας, το ξέρεις κι εσύ ότι δεν πάσχουν που δεν καταλαβαίνουν. Είναι που η ζωή συνηθίζεται. Η ευτυχία, όμως, όχι. Είναι δύσκολο είτε απ’ τα σημάδια του καιρού πάνω μας είτε απ’ τις αδηφάγες ανασφάλειες μας να απολαύσουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Να χαρούμε χωρίς αύριο. Να έχουμε κέφι χωρίς προηγούμενο.

Και να που σε κάποιον συνέβη. Όχι, δεν είναι κάποιο βιονικό πλάσμα ενός μακρινού γαλαξία, με ρομποτικά ρυθμιζόμενες εγκεφαλικές λειτουργίες. Είναι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, που είναι καλά χωρίς όλη την παραφιλολογία, απλά και μόνο επειδή υπάρχεις. Απλά και μόνο επειδή είσαι εσύ κάπου εκεί έξω κι αναπνέεις. Επειδή κοιτάτε παντού το ίδιο φεγγάρι, ακόμα κι αν είστε μακριά.  Επειδή όποτε σε ψάχνει, σε βρίσκει. Επειδή έτσι του αρέσει. Να ευτυχεί χωρίς λόγο ∙που είναι ο μεγαλύτερος λόγος από όλους.

 

Συντάκτης: Πέπη Νάκη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη