kali09083

Από βρέφος άρχισα να λαμβάνω αγάπη και σε συνοδεία με εκείνη πολλές, αμέτρητες αγκαλιές. Η αγκαλιά της οικογένειας ήταν μια ζεστή φωλιά που με τάιζε κάθε μέρα φροντίδα και ανιδιοτέλεια. Δε φοβόμουν τίποτα γιατί είχα την καλύτερη πανοπλία να με διαφυλάττει από τον κίνδυνο κάθε ώρα και λεπτό. Ίσα-ίσα που ορισμένες φορές από τις πολλές αγκαλιές και τα πολλά φιλιά άρχιζα να κατσουφιάζω και να νιώθω εγκλωβισμένη. Αλλά μετά από λίγο ξεχνιόμουν και πάλι τις είχα ανάγκη. Εκείνο το χάδι και το φιλί της μητέρας πάντα με έκανε να αισθάνομαι ασφάλεια, μέχρι που μεγάλωσα.

Μεγάλωσα λίγο και δεν τις είχα πολύ ανάγκη αφού έμαθα να με αγαπώ, να με στηρίζω και να πολεμάω για όσα θέλω στη ζωή μου. Δε χρειαζόμουν κανέναν αφού ήμουν δυνατή και ανεξάρτητη. Οι αγκαλιές μειώθηκαν και σίγουρα αυτό είναι φυσιολογικό αφού μεγάλωνα και άρχιζα με το πέρας του χρόνου να βασίζομαι στη δική μου πλάτη, ακόμη κι αν δεν ήταν αρκετά μεγάλη και γερή.

Δε με πείραζε καθόλου που η αγκαλιά μου ήταν άδεια μετά από τόσο καιρό. Σίγουρα, κάποιος λόγος θα υπήρχε. Βλέπεις, όταν τρώω τα μούτρα μου αλλάζω. Ειδικά όταν αυτό συμβαίνει για χρόνια. Δύσκολο να αποχωρίζεσαι μία αγκαλιά στην οποία χωράς και δεν περισσεύεις, μέχρι να έρθει η ώρα να περισσέψεις εν τέλει. Οι αγκαλιές ήταν για εμένα αργότερα ένα μαρτύριο, κάτι βασανιστικό που σίγουρα εξαναγκαζόμουν για να τις μοιράσω. Μόνο η οικογένειά μου κούμπωνε στην αγκαλιά μου, μέχρι που βρέθηκες έτσι ξαφνικά μπροστά μου και έχασα τον κόσμο μέσα από τα χέρια μου. Κατάλαβα πόσο εύκολα γλιστράει τελικά.

Ο κόσμος μου έγινες εσύ με το «έτσι θέλω» και χωρίς να το προσέξω γλίστρησες και έπεσες μέσα στην αγκαλιά μου. Το δυσάρεστο όμως της ιστορίας μας είναι πως καθώς έπεφτες, κόλλησες μέσα της και κούμπωσες λες και ήταν φτιαγμένη και ραμμένη για εσένα και μόνο. Και κάπως έτσι, με έναν τόσο ύπουλο τρόπο λάτρεψα την αγκαλιά σου. Τη λάτρεψα γιατί ήταν τόσο δυνατή και μεγάλη που μέσα της χωρούσε το χαρακτήρα και τα θέλω μου, αν κι εσύ δεν το κατάλαβες ποτέ. Δεν αισθάνθηκες στιγμή πόσο ανάγκη την είχα γι΄αυτό μου την στερούσες. Κι όσο εσύ μου την στερούσες, γινόμουν κάποια άλλη.

Άσχημο πράγμα η στέρηση. Όπως ο ναρκομανής έχει ανάγκη ζωής και θανάτου τη δόση του, έτσι κι εγώ. Πάντα ένιωθα την ανάγκη να νιώθω ασφάλεια σε μια αγκαλιά, όμως εσύ δεν το κατάφερες. Το συναίσθημα της ασφάλειας κρατούσε πολύ λίγο όπως ακριβώς η αγκαλιά σου. Κι εγώ τι να την κάνω αν γίνεται φυλακή για εμένα και τα θέλω μου; Τι να την κάνω αν δεν εξυπηρετεί εκείνα που θεωρώ σωστά αλλά εκείνα που θεωρώ λάθος;

Ήθελα απλά να χωθώ μέσα της και να μη βγω ποτέ, αλλά πού να ξέρεις εσύ από αυτά; Φαίνεται δεν έμαθες σωστά εκεί έξω. Δε στα έμαθαν σωστά, δυστυχώς. Γνώριζες πως η αγκαλιά σου για εμένα ήταν φάρμακο κι όχι φαρμάκι. Γνώριζες πως για εμένα δεν ήταν κάτι απλό αλλά κάτι σημαντικό. Γνώριζες πως την ήθελα συνεχώς, μόνο δική μου. Γενικά, γνώριζες.

Αλλά εν τέλει, ήταν τόσο πελώρια που δεν ήθελες να τη χαρίσεις όλη σε ένα άτομο ακόμη κι αν την αξίζει, ακόμη κι αν είναι σωστό. Επέλεξες να την κόψεις και να τη μοιράσεις σε κομματάκια παντού. Ποτέ δε με γοήτευαν οι πολυφορεμένες αγκαλιές, εκείνες της μόδας. Εγώ απλά ήθελα μια αγκαλιά, τη δικιά σου αγκαλιά φορεμένη πάνω μου.

Συντάκτης: Ευαγγελία Μικέ
Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Καλή

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!