Τσίχλες-τσιγάρα, βρισκόταν σε όλα τα περίπτερα. Όλοι τις είχαν αγοράσει τουλάχιστον μία φορά και με νταλκά που θύμιζε πενηντάρη σε καφενείο, είχαν προσποιηθεί πως καπνίζουν- κι ας ήταν μαθητές δημοτικού.

 Ευχούληδες, κάτι έγχρωμα ανθρωπάκια με πολύχρωμα μαλλιά και ένα στρασάκι στον αφαλό. Τρελαμένες κοπελίτσες τους αγόραζαν με μανία. Φήμες λέγανε πως αν τους έτριβες στην κοιλιά κάνοντας μια ευχή αυτή θα γίνονταν πραγματικότητα.

Κασέτες, πλαστικά πράγματα με δύο τρύπες που τα έβαζες είτε στο βίντεο για να δεις κάποια ταινία είτε στο κασετόφωνο για ν’ ακούσεις μουσική. Σε κάθε σπίτι υπήρχαν εκατοντάδες από αυτές.

Τηλεκάρτες, ο μόνος τρόπος για να τηλεφωνείς εκτός σπιτιού. Κάποιοι μάλιστα είχαν και πιθανότατα έχουν ακόμα σε κάποιο συρτάρι στο παιδικό τους δωμάτιο κουτιά γεμάτα από αυτές.

Παγωτά-πατούσες, βραχιολάκια από καραμέλες, περίεργα χορευτικά, πενθήμερη στην Κρήτη και Walkman στα αυτιά. Φυσικά και μιλάμε για τη δοξασμένη εκείνη δεκαετία των 90’s.Tην δεκαετία εκείνη, που όσοι την έζησαν, τη θυμούνται με νοσταλγία.

Θυμούνται με νοσταλγία τα απογεύματα εκείνα, που έπαιζαν με την παρέα ώρες ατελείωτες στην αλάνα της γειτονιάς κι ύστερα το βράδυ που γύριζαν σπίτι με ματωμένα γόνατα και γδαρμένους αγκώνες.

Σε ποιον δεν έχουν λείψει τα διάσημα «gameboy», το «σκορ 4» και το «μάντεψε ποιος» Από ποιο κοριτσίστικο δωμάτιο έλειπε η Σούπερ Κατερίνα και το Αφισόραμα; Ποιος δεν είχε στην κατοχή του έστω ένα βιβλίο της σειράς «Ανατριχίλες»; Από ποια ντουλάπα έλειπαν τα τζιν καμπάνα ή τα μπλουζάκια με κάποιο έξυπνο λογότυπο επάνω;

Είναι τα παιδιά που μεγάλωσαν βλέποντας «Ατρόμητους», «Εσμεράλντα», «Beverly Hills», «Ψίθυρους καρδιάς» και «Τρεις χάριτες». Είναι εκείνοι που μεγάλωσαν χορεύοντας  το αείμνηστο «ασανσέρ» του Βαλάντη και το αθάνατο «θέλεις ή δε θέλεις» του Ρουβά, αλλά τελικά ερωτεύτηκαν σε συναυλία των  «Ξύλινων Σπαθιών».

Ξεγελιούνται καμιά φορά και νομίζουν πως τα 90’s ήταν πριν καμιά δεκαριά χρόνια κι ας έχει περάσει σχεδόν ολόκληρη εικοσαετία από τότε. Τυχεροί όσοι  μεγάλωσαν τη δεκαετία αυτή. Γιατί είναι η τελευταία καλή δεκαετία που θυμόμαστε. Γιατί τότε οι άνθρωποι δεν επικοινωνούσαν μέσω των social media, γιατί τα παιδάκια αντί για τάμπλετ κρατούσαν μπάλες και γιατί η τόση δηθενιά του σήμερα δεν υπήρχε. Γιατί είχε κάτι το ρομαντικό εκείνη η εποχή, μια αυθεντικότητα, κάτι το αθώο.

Τυχεροί και παράλληλα άτυχοι. Γιατί πρόλαβαν μια Ελλάδα όρθια στα πόδια της και τώρα έχει γονατίσει. Γιατί είναι τα ίδια παιδιά, που σήμερα δεν μπορούν να βρουν δουλειά που τα πτυχία τους γίνονται κορνίζες . Οι νέοι που αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό. Οι νέοι που είδαν τα όνειρά τους μαζί με τη χώρα τους να καταστρέφονται, που το παρελθόν φαντάζει καλύτερο απ’ το μέλλον.

 

Επιμέλεια Κειμένου Ελευθερίας Ηλιοπούλου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Ελευθερία Ηλιοπούλου