«Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα» γράφει ο Ελύτης. Κάθισα λοιπόν και προσπάθησα να καταλήξω τι απ’ τα τρία είναι το ομορφότερο, ο Παράδεισος, η θάλασσα ή το πρόσωπο που προκάλεσε αυτόν το στίχο και είναι απαράλλαχτο με το νησί εντός των χρυσών πυλών. Αλήθεια, πώς παραλληλίζεις άραγε κάποιον με τον Παράδεισο;

Μετά από ατέλειωτες ώρες φιλοσοφικού στοχασμού, το μόνο που κατάφερα ήταν να με κατακλύσει ένα κύμα απέραντης ζήλιας αντικρίζοντας τον εν λόγω στίχο, όχι επειδή δεν είμαι νησί, αλλά κυρίως επειδή θα ήθελα να μοιάζω, έστω και λίγο, με εκείνον τον τόπο που για κάποιον, κάπου, κάποτε θα είναι ο Παράδεισος.

Θα μου πεις, μεγάλες βλέψεις έχεις, πολλά λαχταράς ν’ ακούσεις και με ουτοπικά μέρη φιλοδοξείς να ταυτιστείς και θα σου απαντήσω πως αν πρόκειται για κομπλιμέντα, απ’ το «ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου» προτιμώ να είμαι νησί. Και θα συνεχίσω λέγοντας πως αν τα κομπλιμέντα ήταν επιστήμη, πολλοί και πολλές θα βρίσκονταν ακόμη στην εποχή του χαλκού.

Βέβαια, τούτη η δήλωση παραείναι βαριά για τύπους σαν και του λόγου μου, που προσδοκούν να συναντήσουν τον Ελύτη της ζωής τους, αλλά όπως και να το κάνεις, αν θέλεις να χαρίσεις μια άξια λόγου φιλοφρόνηση χωρίς τον μπαμπά, τις πάστες και τα ζαχαροπλαστεία, θα το κάνεις.

Υπάρχουν κομπλιμέντα κλισέ και τετριμμένα, υπάρχουν κομπλιμέντα πρόστυχα και κοινότυπα, υπάρχουν κομπλιμέντα που σε κάνουν και κοκκινίζεις, υπάρχουν κι εκείνα που σε κάνουν κι ερωτεύεσαι. Γενικότερα, μας αρέσει να αισθανόμαστε ποθητοί, τη βρίσκουμε μ’ έναν καλό λόγο, μια όμορφη κουβέντα, λαχταράμε να νιώσουμε όμορφοι και μοναδικοί.

Κι όσο και να λέμε και να ξαναλέμε πως το σημαντικό είναι να βλέπουμε εμείς όμορφο τον εαυτό μας, το είδωλο στον καθρέφτη ξαφνικά φαντάζει ομορφότερο με τη φιλοφρόνηση κάποιου άλλου. Μια εντυπωσιακή εμφάνιση πάντοτε θ’ αξίζει έναν καλό λόγο, μια πληθωρική παρουσία σπανίως θα στερηθεί την κολακευτική φιλοφρόνηση. Έναν κόλακα σε συσκευασία δώρου, όλοι τον χρειαζόμαστε πού και πού.

Και συνεχίζω να διαβάζω το στίχο του Ελύτη. Κι όσο πάει ζηλεύω περισσότερο. Πώς να έμοιαζε άραγε αυτό το πρόσωπο, να ήταν όμορφο, να ήταν άσχημο, να ήταν χαριτωμένο; Εδώ ολόκληρο νησί στον Παράδεισο του χάρισε ο καψερός. Μέχρι που έφτασε κι η στιγμή που όσο και να επαναλάμβανα τούτο το στίχο, συνειδητοποίησα πως καμιά σημασία δεν είχε αν το παρουσιαστικό του ατόμου που έμοιαζε με τον Παράδεισο ήταν χάρμα οφθαλμών. Προφανώς κι ο Παράδεισος βρισκόταν κάπου βαθύτερα, κάπου που η βιαστική ματιά του περαστικού δεν μπορεί να φτάσει. Ούτε και το επιφανειακό κομπλιμέντο του.

Λένε πως κάποιοι σ’ αγγίζουν και κάποιοι άλλοι απλώς σε ακουμπούν. Άλλοι θα μιλήσουν για το μέσα κι άλλοι για το έξω. Άλλοι θα σε χαρακτηρίσουν όμορφο κι εντυπωσιακό, άλλοι πάλι, θα σου μιλήσουν για την ομορφιά που κρύβεις κι ακτινοβολεί ίσα με την ψυχή κάποιου άλλου. Άλλοι θα σου πουν πως είσαι σκέτη κόλαση κι άλλοι πως μοιάζεις με το νησί στον Παράδεισο.

Και δικαιωματικά, όπως και να το κάνουμε, όσα και να πούμε σε αράδες παρακάτω, τα κομπλιμέντα που σε αγγίζουν είναι εκείνα που εστιάζουν πίσω από ρούχα, μαλλιά κι εντυπωσιακά χαμόγελα. Είναι εκείνα που αν, ντε και καλά, πρέπει να μιλήσουν για ομορφιά, θα περιοριστούν στην εσωτερική.

Κομπλιμέντα τέτοιου τύπου έχουν το κουσούρι να παραμένουν αινιγματικά και μυστήρια, έχουν την τάση να μην αποκαλύπτονται ποτέ ολοκληρωτικά και πάντοτε ν’ αφήνουν ένα τους κομμάτι να στέκει στη σκιά. Έχουν τη δύναμη να εμφανίζονται με ερεθίσματα σιωπηλά, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, ένα καρδιοχτύπι. Αντανακλώνται μέσω του σώματος κι ενίοτε μεταφράζονται με τις ωραιότερες λέξεις που γέννησε κάθε γλώσσα.

Άλλωστε, αν μπορέσεις και κάνεις λέξη το συναίσθημα, μόνο οι ομορφότερες μπορούν να το εκφράσουν γιατί μόνο αυτές μπορούν ν’ αντικατοπτρίσουν ένα κομπλιμέντο που εστιάζει στο «είναι» κι όχι στο «φαίνεσθαι». Κι αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, κανένας ποιητής και κανένας στίχος δε θα μας έκανε αίσθηση, ούτε και το νησί στον Παράδεισο.

Κι όσο διαβάζω αυτούς τους στίχους, καταλαβαίνω όλο και περισσότερο πως αγαπάς, εκτιμάς κι ερωτεύεσαι όταν καταφέρουν και σε κάνουν να ερωτευτείς τον ίδιο σου τον εαυτό, μέσα απ’ τα λόγια και τις εκφράσεις που σου χαρίζουν, μέσα απ’ τον εαυτό που σου παραδίδουν με τα μάτια τα δικά τους.  Ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως για κάποιους ίσως και να είσαι μια ύπαρξη που ακτινοβολεί, μια παρουσία που η αξία της υπερβαίνει κάθε εμφανισιακό πλεονέκτημα και κάθε επιφανειακό προσόν. Κολακεύεσαι γι’ αυτό που έχτισες, γι’ αυτό που κατάφερες κι έγινες.

Ο διαχωρισμός τους είναι απλός κι εύκολος. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι ν’ αναρωτηθείς και να επαναφέρεις στη μνήμη σου σε ποια κομπλιμέντα η απάντηση σου ήταν ένα «Ευχαριστώ» και σε ποια ήταν ένα χαμόγελο και σύντομα θα συνειδητοποιήσεις πως οι φιλοφρονήσεις, που όντως κολακεύουν, δεν επιδέχονται ευχαριστίες. Αρκούνται σε μέσα που δε φωνάζουν, στην πραγματικότητα ούτε που ακούγονται.

Όσο για το νησί στον Παράδεισο; Ελπίζω κι εύχομαι σ’ όσους το διαβάσουν, το σκεφτούν ή το ακούσουν, να φέρουν στο νου τους πρόσωπο κι όχι φοίνικες κι αμμουδιές.  Εύχομαι κι ελπίζω ο Παράδεισος για κάποιους να έχει όνομα κι επώνυμο. Κι ακόμη εύχομαι κι ελπίζω κάποια στιγμή να το εκμυστηρευτούν κι η απάντηση να μην είναι το «ευχαριστώ», να είναι το άλλο.

 

Συντάκτης: Αλίκη Αμπατζή
Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου