Σημαντική η λογική για να τα βγάλουμε πέρα, λένε. Να μπορέσουμε να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Μα ανέκαθεν, υπήρξε εχθρός του συναισθήματος. Γιατί τα συναισθήματα δε λέγονται. Μόνο νιώθονται. Κι αν νιώθεις, γιατί να μπεις στη λογική να το πολυσκεφτείς κιόλας;

Κι εγώ πάντα ήμουν οπαδός και σκλάβος του αισθήματος. Πάντα. Κι εσύ δεν υπήρξες εξαίρεση. Και σε κοιτούσα, και σου μιλούσα, και σου ανοιγόμουν. Και κάθε κομμάτι μου μάθαινε εσένα. Σε αποτύπωνε σε μικρά πραγματάκια που τα υιοθετούσα σε εμένα. Γινόμουν λίγο εσύ κάθε μέρα και πιο πολύ. Κι εσύ δεν μπήκες ούτε καν στον κόπο να γίνεις πιο πολύ εσύ, μήπως και σε καταλάβω.

Πάντα ήμουν δυνατή, αρκετά για να παραδεχτώ πόσο σου ανήκα κάποτε. Έστω και για λίγο. Ελευθερώθηκα λίγο παραπάνω με εσένα. Γιατί σε έβρισκα μοναδικό και πίστευα ότι το άξιζες. Γι’ αυτό κι όταν σε κοιτούσα, ήταν λες και με διαπερνούσες και καταλάβαινες ό,τι και να ένιωθα. Μα εσύ ποτέ δε μου πρόσφερες κάτι τόσο δυνατό. Γιατί μαζί μου ποτέ δεν έβγαζες συναίσθημα. Όταν με άγγιζες δεν ένιωθες τον ηλεκτρισμό στον εγκέφαλο, όταν με κοιτούσες δεν έλαμπες από ευτυχία. Όταν ήμασταν μαζί δε χαζογελούσες σαν μικρό παιδί. Ενώ εγώ… Άλλο εγώ.

Ό,τι είχαμε ήταν κάτι σοβαροφανές και τυπικό. Μια τυπική σχέση χωρίς ίχνος μαγείας και τρελού έρωτα, τυλιγμένου με πειράγματα, χάδια και βραδινές εξομολογήσεις. Τουλάχιστον απ’ την πλευρά σου. Γιατί εγώ τα ζούσα, κι ας ήμουν μόνη μου σε αυτό.

Τι να πω, ίσως είμαι κι άδικη, αλλά η απουσία σου δεν αποδεικνύει και το αντίθετο. Κι έχω μάθει να πιστεύω σε καθετί απόλυτο και μόνο. Κι εσύ δε θέλησες ποτέ να γίνεις αυτό. Ήσουν κάπου χαμένος στη μέση, με μικρά σκαμπανεβάσματα που έδειχναν ότι ζεις. Όχι ότι αισθάνεσαι. Ότι υπάρχεις, μιλάς, φέρεσαι κι απογοητεύεις. Τουλάχιστον εμένα. Ανελλιπώς.

Και κάπου έφτασα να πιστεύω ότι το φταίξιμο μου ανήκει. Αλλά όχι. Θέμα επιλογής είναι τα πάντα κι εσύ επέλεξες να ζεις τη ζωή σου στηριγμένος στον εγκέφαλο κι όχι στην καρδιά. Μακάρι να σου θυμίσει κάποιος ότι χωρίς καρδιά δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να ζήσει. Μηχανικά πολλοί υπό-ζουν.

Κρίμα που επιλεγείς αυτήν τη ζωή για τον εαυτό σου. Βεβαία, δε θέλω να σε αδικήσω. Μπορεί μόνο μαζί μου να ένιωθες ότι χρειάζεται να τηρήσεις αυτές τις αποστάσεις. Μπορεί να μην ένιωθες απλά όπως εγώ. Το δέχομαι. Θέλοντας και μη.

Οι αποστάσεις σου στην αρχή σε έκαναν μυστήριο, εγκεφαλικό τύπο. Ένα απ’ τα πράγματα που με γοήτευε σε εσένα. Μετά, απλά αδιάφορο. Γιατί στον έρωτα θέλει καρδούλα, όχι λογική. Κι εσύ έμεινες στα λόγια. Κι εγώ συνέχιζα μόνη μου. Γιατί συνέχιζα να σ’ αγαπάω κι εσύ να με απογοητεύεις. Κι αντί να σταματήσεις καταστάσεις άρρωστες που με πλήγωναν, πρόσθετες και λίγο ακόμα μέλλον σε ένα αβέβαιο παρόν. Λίγος υπήρξες κι εγώ πολλή για εσένα μάλλον -και παραπάνω θα μπορούσα, αλλά να που σε έπνιξε το πολύ μου και δεν πρόλαβα.

Και καλύτερα που δεν. Γιατί τέτοιο κενό που υπάρχει μέσα σου, μόνο προσωρινή λύση θα μπορούσε να ‘μαι, μήπως σου βουλώσω τις τρύπες της ψυχούλας σου. Κι εγώ έρωτα σου έδινα, όχι μπαλώματα. Κι αν μετανιώνω για κάτι, είναι που έστω και για λίγο, υπήρξα αυτό το μπάλωμα.

Όταν σου έλεγα «σ’ αγαπάω» και με απέφευγες, όταν σου ‘λεγα «φεύγω» και μου άνοιγες την πόρτα, αντί να με κρατήσεις σφιχτά κι όταν ήθελα να σε βοηθήσω και με έδιωχνες. Ναι, ρε, όταν σε κοιτούσα και σε λάτρευα κι εσύ κοιτούσες και δε με έβλεπες.

Μόνο, σε παρακαλώ, μη γυρίσεις ποτέ να μου ζητήσεις λόγο. Ούτε για προσπάθεια να μου μιλήσεις, ούτε για αγάπη, ούτε για τη φυγή μου. Γιατί θα σου μιλήσω για ζωή, μονόπλευρα αισθήματα κι ευτυχία χαμένη και θα ακούσεις πράγματα που δε γνώρισες ποτέ. Όπως δε γνώρισες ποτέ και μένα. Καθαρή επιλογή.

Όποτε τι να μου πεις εσύ; Τα λόγια σου ποτέ δεν ήταν αρκετά και μόνο σε αυτά ήσουν καλός. Ελπίζω τουλάχιστον να σου άφησα ένα δείγμα της καρδιάς μου. Να ‘χεις να με θυμάσαι. Και εμένα και πώς είναι να νιώθεις.

Συντάκτης: Χριστίνα Καρυοφυλλίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη