Απόμακρος και κρύος με την πρώτη ματιά. Τίποτα που να πίστευα ότι θα ταράξει το μυαλό μου. Αυτό που με έμπλεξε σε ανείπωτες σκέψεις, σε πολλές χαμένες μέρες. Μα κι ακόμα πιο πολλά χαμένα όνειρα, που παρέμειναν μισοειπωμένες ψευδαισθήσεις βγαλμένες απ’ τα ολόψυχα του παλιού εαυτού μου.

Και κάπου στα ύψη και στα βάθη των ψευδαισθήσεων αυτών, που λειτουργούσαν σαν βαρίδια για να περπατήσω, για να προχωρήσω μπροστά, ήρθες εσύ∙ και κατάλαβα την ύψιστη σημασία του να προχωράς. Να μη σταματάς ποτέ, σε τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που αξίζεις. Κι αυτό έκανα κι εγώ.

Χάθηκα κάπου στην παραζάλη της ζωής. Στην ταχύτητα της καθημερινότητας κι έτρεχα λες και δε θα προλάβαινα. Μα τελικά πρόλαβα. Πρόλαβα να βρω εσένα και να καταλάβω γιατί πέντε λόγια και τρία φιλιά δεν αρκούσαν. Γιατί ήθελε φλόγα, και βλέμματα, και τρέλα, κι επιμονή. Γιατί ήθελε όσα οι υπόλοιποι δεν είχαν ιδέα.

Να γιατί∙ γιατί εσύ. Κι ακόμα μάλλον θα ψάχνουν τα κατάλληλα λόγια κι ατάκες, ξεχνώντας πως τα μάτια είναι αυτά που μιλάνε, το στόμα έχει μια ιδιότητα, αλλά εκείνα λειτουργούν στην πραγματικότητα. Και φλέγονται για όσα αγαπούν ή μισούν βαθιά. Παίρνουν φωτιά και καίγονται ολοκληρωτικά.

Πάντα κάτι τα πυροδοτεί. Κι η περίπτωση του καθενός υφίσταται ανάλογα με τα άτομα που αλληλεπιδρούν και γοητεύονται. Μα για μας ήταν κάτι τόσο απλό. Κάτι αστείο σχεδόν. Όπως κάθε μας συζήτηση, κάθε βλέμμα που πήγαζε απ’ την άτιμη την οικειότητα που μας κλείδωνε κάθε φορά και λίγο παραπάνω. Απ’ την αθωότητα. Ξέρεις, ειλικρινά λόγια, άμεσα, απαλλαγμένα από φόβους απόρριψης κι ανασφάλειες. Γεμάτα πάθος και θέληση μόνο. Γεμάτα χειμαρρώδες πείσμα.

Δεδομένα για κάποιους, μα όχι για μένα. Εγώ αυτά ήθελα, αυτά πάντα ήθελα. Έναν άνθρωπο απέναντί μου, να είναι αυτό που δείχνει. Έτσι ορίζω την αθωότητα εγώ. Να είναι ο άλλος ό,τι κι όσα δείχνει. Να μη σκέπτεται πολύ, αλλά να κάνει όσα θαρρεί. Να λέει όσα εννοεί και να εννοεί όσα λέει.

Μια ανθρώπινη σχέση, μια φορά, που να μη βασίζεται σε όσα θα ‘θελα ιδανικά να ακούσω, αλλά σε όσα μου έφερε η ζωή, με τον πιο γενναιόδωρο τρόπο. Έτσι θα έπρεπε να λειτουργούν οι άνθρωποι, ο ένας για τον άλλον. Αυθόρμητες επιβραβεύσεις του κάρματος και μαγνήτες της καλοσύνης που απορρέουν.

Αθώα βλέμματα και γελάκια, ένα γλυκό «να προσέχεις», «να τρως», «να βάλεις ζώνη», «να στείλεις μήνυμα μόλις φτάσεις». Ατάκες που κρύβουν νοιάξιμο. Που δείχνουν την τρυφερή πλευρά του ανθρώπου μας. Που δείχνουν γιατί αγαπήσαμε τον άλλον πρώτα ως άνθρωπο κι ύστερα ως σύντροφο.

Κι όλα αυτά γιατί εσύ διαφέρεις. Γιατί αυτό το αφοπλιστικό βλέμμα σου ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα, για την άγνοιά του. Μα αυτή η γλυκιά άγνοια σε κάνει αθώο, όχι με την κακή έννοια που φτάσαμε να θεωρούμε το αφελές, μα αγνό. Σαν κάτι απείραχτο απ’ τη βρομιά του κόσμου. Κι εκτίμησα όλα όσα εσύ ούτε καν καταλαβαίνεις κι αγαπάς στον εαυτό σου. Μα είμαι εγώ εδώ. Και το διέκρινα στα μάτια σου.

Μου το έλεγαν συλλαβιστά στο αφτί, μου το εξηγούσαν και το καταλάβαιναν οι χτύποι μου και με λίγη αργοπορία και τα χείλη μου, που σου έσκαγαν αβίαστα ένα χαμόγελο. Κι έλαμπαν τα μάτια σου, σαν μικρού παιδιού, που μόλις παρέλαβε το καινούριο του παιχνίδι ή πριν απολαύσει το αγαπημένο του παγωτό.

Καθρέφτης της ψυχής σου, αυτά τα μάτια σου αστράφτουν ευτυχία. Αντικατοπτρίζουν όσα είσαι, ό,τι ιδανικό κρύβει η ειλικρίνεια, η γενναιοδωρία κι η υπομονή σου. Αυτός ο αυθορμητισμός σε κάθε σου κίνηση. Η αποφασιστικότητα που δε μ’ αφήνει να αντιδράσω. Υπνωτικά είναι, βρε αγάπη μου κι αφήνουν όλον τον κόσμο –που νομίζει ότι τα ξέρει όλα– στην άκρη, στεγνό από αγάπη.

Γιατί η αγάπη ήταν απ’ τα πρώτα συναισθήματα που μοιράστηκαν.  Και μόλις εισέβαλε η υποκρισία, τα ψέματα, οι ανασφάλειες κι οι δηθενιές του σύγχρονου κόσμου, την αλλοίωσαν. Και την έδωσαν να τη φυλάξουν όσοι κατάφεραν να μείνουν αλώβητοι, χωρίς να ξεθωριάσει η λάμψη τους.

Αυτή τη λάμψη σου αγαπώ κι εγώ, που καταπίνει τη μαυρίλα μου κι όσο μουντή κι αν υπήρξα, με την ένταση και το φως σου, έλαμψα.

 

Συντάκτης: Χριστίνα Καρυοφυλλίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη