Υπάρχουμε σε αυτόν τον κόσμο για να κάνουμε ό,τι θέλουμε να κάνουμε. Ήρθαμε για να γίνουμε ευτυχισμένοι, πλήρεις, κάνοντας ό,τι νιώθουμε, με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει, ευχάριστο ή κι όχι πάντα. Ήρθαμε για να αισθανθούμε κι όχι να μετανιώσουμε για ό,τι είπαμε και παραδεχτήκαμε ή τις περισσότερες φορές για όσα πνίξαμε πριν τα ξεστομίσουμε, καταπίνοντας τα συναισθήματά μας, σώζοντας λίγη αξιοπρέπεια.

Κι όταν βρίσκουμε αυτό το ελάχιστο κουράγιο που απαιτείται, αυτή τη μοναδική στιγμή θάρρους που χρειαζόμαστε, προσπερνώντας όλους τους δισταγμούς, τότε μπορεί να πέσουμε πάνω σε τοίχο. Σε μεγάλο, διάπλατο τοίχο, που θα μας κουνάει το χέρι και με λόγια βουτηγμένα στην αλήθεια, μας βγάζει απ’ την ονειροπόληση και μας πετάει στην πραγματικότητα.

Κι εκεί από φόβο και δειλία, τα παίρνουμε πίσω, ζητάμε συγγνώμη, επινοούμε την ύπαρξη μπερδέματος, μόνο και μόνο από εγωισμό, τι μπορεί να σκέφτεται ο άλλος, οι άλλοι, όλοι. Μα και τι μας νοιάζει τι σκέφτεται ο καθένας.

Απ’ τη στιγμή που βρήκαμε τη δύναμη να δείξουμε, να πράξουμε, να αποτυπώσουμε όσα νιώθουμε τόσο καιρό, σε λόγια και πράξεις, γιατί έπειτα να αλλοιώσουμε όσα τόσο περίτεχνα ξεστομίσαμε, ποιο το νόημα; Λέμε, νιώθουμε τόσα πολλά, αισθανόμαστε τόσο καιρό κι έπειτα ξαφνικά, μας καταδυναστεύει η ντροπή και μια τάση για απολογία.

Απολογούμαστε για όσα έτυχε να νιώσουμε, γιατί τα εκδηλώσαμε, γιατί στην τελική, είμαστε αυτοί που είμαστε. Και γιατί πράττουμε έτσι όπως μας οδηγεί η ψυχή μας. Με μικρές δόσεις περηφάνιας πράττουμε και με μεγαλύτερες δόσεις δειλίας υποχωρούμε.

Μα ακόμα κι αν δεν τα κουκουλώσουμε με εξηγήσεις και δηλώσεις που δεν έπεισαν κανέναν, πάλι έχουμε μια εσωτερική απολογία καθαρογραμμένη κι έτοιμη να σταλθεί στην πρώτη ατάκα που θα μας γρατζουνίσει τον εγωισμό και θα μας ξυπνήσει ό,τι φόβο κοιμάται μέσα μας.

Γιατί αντί να ζούμε για αυτά που πραγματικά μας δίνουν ζωή, ζούμε για όσα μας μιζεριάζουν και μας καταρρακώνουν με καθωσπρεπισμούς κι ανασφάλειες. Αντί να φωνάζουμε και να παλεύουμε για όσα αισθανόμαστε, τα ψιθυρίζουμε μοναχά στον εαυτό μας. Αντί να μιλήσουμε ανοιχτά, σιωπάμε. Αντί να δείξουμε όσα είμαστε, υποκρινόμαστε.

Σωπαίνεις και παραιτείσαι μόνος σου, αυτό-ορίζοντάς σου την κόκκινη κάρτα, που θα σε βγάλει εκτός. Γι’ αυτό ποτέ μη μετανιώνεις που έκανες κάτι, μόνο η απραξία θα ‘πρεπε να σε τρομάζει. Ποτέ μην απαισιοδοξείς μπροστά στο μη αναμενόμενο -η ζωή είναι γεμάτη «μη αναμενόμενα» γεγονότα. Να είσαι έτοιμος για όλα, να αποβάλλεις αυτήν την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που μόνο σε θυματοποιεί.

Δεν είσαι θύμα, είσαι θύτης. Πίστεψέ το όσο είναι νωρίς. Είσαι θύτης, ορίζεις, επιλέγεις, αισθάνεσαι. Ζεις χωρίς φόβους και περιορισμούς, μα μόνο για σένα, ως υποστηρικτής του εαυτού σου. Ερωτεύεσαι σωστά ή λάθος, ποιος ξέρει. Είσαι ειλικρινής και το δείχνεις. Έχεις τα κότσια να δώσεις πράγματα που πιθανότατα δε θα σου επιστραφούν, τουλάχιστον έτσι όπως τα περίμενες. Μα μετά μην αλλάξεις. Μη δείξεις ένα χαρακτήρα δυναμικό και μετά τον κατασπαράξει η αμφισβήτηση κι η αδυναμία.

Πόσο άδικο σε μια πόλη τόσο ανήσυχη από έρωτα, να υπάρχουν άνθρωποι που δεν εκδηλώνονται, που δεν πράττουν, αλληλοερωτευμένοι και μόνοι. Πόσο άδικο να υπάρχουν ψυχές που να γνωρίζουν τον έρωτα μόνο απ’ την πλευρά του πόνου. Κι ακόμα, πόσο δύσκολο να μην είσαι ο εαυτός σου, γιατί σκέφτεσαι όλες τις άλλες παραμέτρους.

Αυτό που γνωρίζω πολύ καλά είναι ότι η εκδήλωση του έρωτα ποτέ δεν πλήγωσε κανέναν τόσο όσο η απόκρυψή του. Αυτό που γνωρίζω ακόμα καλύτερα είναι ότι ποτέ δε θα ’πρεπε να απολογείσαι για όσα είπες κι ένιωσες. Κανέναν δε μπορεί να βλάψει λίγη ειλικρίνεια. Κι αν μπορεί, μάλλον ζει ουτοπικά. Εσύ μη ζεις έτσι.  Ζήσε αυθόρμητα. Ζήσε πολύ, τόσο πολύ που να μη χρειαστεί να μετανιώσεις ποτέ για όσα δεν πρόλαβες. Τόσο πολύ.

 

Συντάκτης: Χριστίνα Καρυοφυλλίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη