Τους γονείς μας δεν τους επιλέγουμε. Ερχόμαστε στον κόσμο με δική τους θέληση και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους είναι κοντά μας και μας στηρίζουν, όπως μπορούν. Είναι οι άνθρωποι που μας ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα και πολλές φορές βλέπουν αυτό που εμείς επιτηδευμένα αγνοούμε.

Τα λάθη μας για τους γονείς μας είναι αναπόφευκτα. Δε μαθαίνεις, αν δεν κάνεις τις δοκιμές σου, αν δε σκοντάψεις, αν δε φας τα χαστούκια σου, αν δε στραβοπατήσεις. Αυτή η κατρακύλα όμως, κάποιες φορές κρατά λίγο παραπάνω, κι εκεί βρίσκονται οι γονείς σου, ως φύλακες άγγελοί σου για να σε επαναφέρουν, κάνοντάς σου τις ερωτήσεις που θα έκανες κι εσύ στον εαυτό σου.

Ξέρεις, εκείνες τις ερωτήσεις, που αποκαλύπτουν τι πραγματικά θέλεις, ποιος είναι ο στόχος σου, τι αξίζεις, πού πας. Είσαι στο δρόμο που οδηγεί στην επίτευξη των στόχων σου; Μήπως έχεις ξεστρατίσει; Έχεις δίπλα σου τους κατάλληλους ανθρώπους; Εμπιστεύτηκες εκείνους που έπρεπε; Μήπως παρασύρθηκες κι είπες κάτι παραπάνω ή πάνω στο θυμό σου απομάκρυνες απ’ τη ζωή σου κάποιον σημαντικό; Πρόσεξες τον εαυτό σου, όπως έπρεπε;

Οι γονείς μας, λοιπόν, είναι εκεί για να θέσουμε απ’ την αρχή επί τάπητος τα βασικά μας θεμέλια για την πορεία της ζωής μας. Έρχονται ως διά μαγείας πάντα δίπλα μας για να μας υπενθυμίσουν μέσω των συζητήσεών μας τα αρχικά μας σχέδια και την εξέλιξη αυτών. Και ναι, τα θυμούνται όλα. Γιατί οι δικές μας ενέργειες είναι και δικές τους. Μπορεί η πράξη να γίνεται από μας, αλλά η ώθηση κι η ενθάρρυνση ανήκει σε εκείνους. Μη σου πω και η μισή απόφαση.

Οι άνθρωποι που σε έφεραν στον κόσμο γνωρίζουν κάθε πτυχή σου, κάθε προτέρημα κι ελάττωμά σου. Ξέρουν, πριν τους πεις τι συνέβη, ποιο είναι το μερίδιο ευθύνης σου. Είναι κατά κάποιον τρόπο παρατηρητές της ζωής σου, γνωρίζοντας όμως σε βάθος το χαρακτήρα, τα κίνητρα και τον τρόπο σκέψης σου.

Πάντα θα πάρουν το μέρος σου όταν αδικείσαι, αλλά θα είναι κι οι πρώτοι που θα σου πουν: «Μήπως το παρατράβηξες κι εσύ;», όταν δουν ότι βγήκες εκτός ορίων. Οι γονείς μας μάς αντιμετωπίζουν σαν τη μετεξέλιξή τους και πάντα θέλουν το καλό μας.

Όταν παρατηρούν λοιπόν ότι εμείς εθελοτυφλούμε και λοξοδρομούμε είτε απ’ το δρόμο μας είτε ακόμη κι απ’ την προσωπικότητά μας, έρχονται ως μια δεύτερη φωνή της συνείδησής μας για να μας θέσουν ερωτήματα, που κι εμείς θα θέλαμε να θέσουμε στον εαυτό μας.

Δε μας φέρνουν σε δύσκολη θέση γιατί τους έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη και ξέρουμε ότι ακόμη κι αν μας στριμώξουν με μία ερώτηση είναι για ν’ αντιληφθούμε το αποτέλεσμα των ενεργειών μας και ν’ αποφασίσουμε πώς πρέπει να δράσουμε από εδώ και πέρα.

Κανείς άλλος δε θα σου πει τα πράγματα ωμά, αλλά συγχρόνως με αγάπη, όπως οι γονείς. Κι η αλήθεια είναι ότι οι ερωτήσεις τους ποικίλουν: απ’ το αν έφαγες σήμερα, αν ντύθηκες καλά, μέχρι το αν διάβασες κι είσαι έτοιμος να δώσεις, ή αν βαρέθηκες τη δουλειά που κάνεις.

Οι ερωτήσεις των γονιών μας δείχνουν αγάπη κι αληθινό ενδιαφέρον. Αν οι καλοί φίλοι μας δίνουν συμβουλές, οι γονείς προτιμούν να μας βοηθούν με τις ερωτήσεις τους για να πάρουμε τις αποφάσεις μόνοι. Είναι η φωνή της συνείδησής μας κι είναι οι άνθρωποι που μας νοιάζονται και μας ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα. Ας δείξουμε εμπιστοσύνη κι ας απαντήσουμε με ειλικρίνεια.

Ίσως τις απαντήσεις θα έπρεπε να τις έχουμε δώσει καιρό τώρα στον εαυτό μας, κι ίσως το «Ζακέτα πήρες;» μας δείχνει πως ήρθε η ώρα να προσέξουμε λίγο περισσότερο τον εαυτό μας. Γιατί αυτή η υπενθύμιση με τη μορφή ερώτησης δε θα υπάρχει για πάντα.

Ας εκτιμήσουμε αυτές τις ερωτήσεις, γιατί κάτι θέλουν να μας πουν.

 

Συντάκτης: Αναστασία Νάννου