Δε μου αρέσουν τα παιχνίδια εξουσίας, εσύ όμως τα λατρεύεις απ’ ό,τι φαίνεται. Το πάλευα καιρό να σε διαγράψω απ’ τη ζωή μου, να σε βγάλω μια και καλή απ’ τη σκέψη μου, να δώσω ένα τέλος σ’ αυτό το αδιέξοδο, που η ίδια είχα δημιουργήσει στην ερωτική μου ζωή, αλλά δεν τα κατάφερα τελικά. Ή μάλλον εσύ δε με άφησες να τα καταφέρω, γιατί το προσπάθησα πολύ. Έκοψα επικοινωνία, μπλόκαρα λογαριασμούς, απομακρύνθηκα, είπα όσα είχα να πω με ωμότητα και ειλικρίνεια και σε άφησα να ζήσεις με τις επιλογές σου.

Πίστεψα ότι όντως δε με αγάπησες ποτέ. Αυτό έδειχνες. Όχι εσύ, η σιωπή στην οποία με είχες καταδικάσει χωρίς λόγο. Είχα πλέον πείσει τον εαυτό μου ότι ό,τι ζήσαμε ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα για σένα από μια βαρετή καθημερινότητα κι ένας διάττοντας αστέρας στο δικό μου μαύρο ουρανό. Φώτισες για λίγο τη ζωή μου και μετά εξαφανίστηκες. Αυτό ήταν όλο. Εγώ το μεγέθυνα στο μυαλό μου, εγώ είδα συναισθήματα που δεν υπήρχαν, εγώ διάβαζα άλλα νοήματα πίσω απ’ τις λέξεις, εγώ βάφτιζα εγωισμό την αδιαφορία, πόνο και παρεξήγηση την απουσία σου. Εγώ, για όλα εγώ έφταιγα.

Ξέρεις πόση δύναμη χρειάζεται να επιρρίψεις ευθύνες μόνο στον εαυτό σου κι όχι στον άλλο; Πολλή. Αλλά το αποδέχτηκα κάποια στιγμή ότι δεν ήμουν του γούστου σου και ότι οι επιλογές σου δεν είχαν καμία σχέση μ’ αυτό που είμαι και μ’ όλα όσα ονειρεύομαι. Ήλθες, είδες και απήλθες. Το είχα ενστερνιστεί και είχα αποφασίσει να συνεχίσω τη ζωή μου.

Ένα βράδυ Τετάρτης λοιπόν, μια κρύα ημέρα του Δεκέμβρη, ενώ έβλεπα κουκουλωμένη με την κουβέρτα μου μια ταινία, χτύπησε το κινητό μου. Η φωνή έτρεμε και η ανάσα ακουγόταν βαριά. «Πού είσαι;» με ρώτησες, «Θέλω να σε δω» συνέχισες. Είχα σαστίσει και δεν έβγαινε μιλιά. «Με ακούς;» φώναζες, «εγώ είμαι, θέλω να σε δω».

Είχα χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Δεν πίστευα ότι μετά από τόση απόσταση και σιωπή, μετά απ’ όλα αυτά που σου είχα πει, αποφάσισες να γυρίσεις και ήθελες να με δεις. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Την ώρα που εσύ ζητούσες μια απάντηση, εγώ δε σκέφτηκα καν όσα είχα περάσει εξαιτίας σου. Ούτε τα δάκρυα που με είχαν πνίξει νύχτες ολόκληρες, ούτε τον πόνο που με είχε ρημάξει, ούτε το κενό που άφησες στη ζωή σου με το που έφυγες. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν με πήρες ήταν εκείνο το χαμόγελο ευτυχίας που ζωγραφιζόταν στα χείλη μου όταν με είχες αγκαλιά.

Δε σκέφτηκα τίποτα άλλο, μόνο αυτό. Και ότι ήθελα να το ξαναζήσω. «Θα έπρεπε να μαθαίνουμε απ’ τα λάθη μας» φώναξε η φωνή της λογικής. «Πότε θα νιώσεις ξανά την ευτυχία;» φώναξε η φωνή της καρδιάς μου. Και μες την παρόρμηση και την έξαψη της στιγμής άκουσα την καρδιά μου φυσικά κι απάντησα: «Κι εγώ θέλω να σε δω».

Ίσως ήταν λάθος. Ίσως δε μας βγάλει πάλι πουθενά. Ίσως επαναληφθεί η ίδια ιστορία. Ίσως καταλήξουμε πάλι να μη μιλιόμαστε και ν’ απεχθανόμαστε ο ένας τον άλλο. Αλλά δεν μπορούσα να μην έρθω κοντά σου. Δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ στον εαυτό μου να ζήσει αυτό που τόσο λαχταρούσε. Τη δική σου εξομολόγηση συναισθημάτων, το άνοιγμα της δικής σου καρδιάς, που τόσο καλά κρατούσες κλειδωμένη. Δεν μπόρεσα να σου αρνηθώ, αντίθετα έτρεξα.

Έτρεξα στην αγκαλιά σου σαν μικρό παιδί. Κι εκείνη με περίμενε εκεί, ανοιχτή και ζεστή μόνο για εμένα. Κλάψαμε κι οι δυο. Το πρωί μας βρήκε αγκαλιά να γελάμε. Ήταν μία στιγμή ευτυχίας και εκπλήρωσης. Εκπληρώθηκε ένας μεγάλος μου πόθος.

Ν’ ακούτε την καρδιά σας. Μπορεί να κάνει συχνά λάθη, αλλά ποτέ δε θα σταθεί εμπόδιο σ’ ένα αληθινό συναίσθημα και ποτέ δε θα σας βάλει στον κόπο να το ζυγίσετε σε αντιπαράθεση με τον εγωισμό σας.

Εκείνη ξέρει.

 

Συντάκτης: Αναστασία Νάννου