3b9cButter-Olivia-wilde-stripper

Όταν προσπαθείτε να παριστάνετε κάτι που δεν είστε, κυρίες μου, έχουμε σοβαρά προβλήματα.

Ένας φίλος από νησί –ας τον λέμε Αλκιβιάδη– πάσχει από ορεξάτη γκόμενα. Μια κοπέλα καλή, σεμνή, μετρημένη, έξυπνη, δραστήρια, κι, ως εκ τούτου, λίγο μπαζάκι. Την αγαπά όμως, κι ας μοιάζει με αποτυχημένο πείραμα, γιατί ξέρει να λύνει διαφορικές εξισώσεις και να τον ακούει, όταν γυρίζει κουρασμένος μετά από οκτώ ώρες Ποινικό.

Είπαμε, καλή κι έξυπνη· αρκετά έξυπνη, για να καταλαβαίνει πως δεν είναι μοντέλο εσωρούχων, αρκετά καλή, για να θέλει να φροντίσει τον άντρα της –Παναγιά μου, ανακατεύομαι– με όποιον τρόπο μπορεί. Προσπαθεί, λοιπόν, εδώ και δυο μήνες, να καλύψει τις χαράδρες ανάμεσα στα δόντια και το ανύπαρκτο μπούστο, με την τέχνη του στριπτίζ.

Βάζει μπρος το σχέδιο λοιπόν, κι αγοράζει τρεις στολές: νοσοκόμα, καμαριέρα, φανταρίνα. Παίρνει ένα πτυσσόμενο στύλο, τον στεριώνει στη μέση της κρεβατοκάμαρας, και μεταμορφώνει έτσι το δωμάτιό τους σε κωλόμπαρο κανονικό. Παίρνει και μια συλλογή αισθησιακιά τζαζ, σαν αυτές που διαφημίζουν πριν το «Κωνσταντίνου κι Ελένης», και στρώνεται να μαθαίνει «πόουλ ντάντσινγκ» [sic].

Ρίχνει κόπο και ιδρώτα, και τελικά φτάνει επιτέλους το βράδυ της μεγάλης πρεμιέρας. Ο Αλκιβιάδης έχει ένα κεφάλι καμπάνα, η μέρα τού πήγε χάλια, κι οι λογαριασμοί ακόμα δεν έχουν ακόμα πληρωθεί. Αφήνει τον χαρτοφύλακα στη γωνία, πετάει το μπουφάν στον καναπέ, βγάζει παπούτσια, κι αφήνει τα πόδια, όπως είναι, με τις κάλτσες, στο τραπεζάκι του σαλονιού (με το μεγάλο δάχτυλο να ξεπροβάλει πάντα από μια τρύπα, σαν φάρος).

Πάει να ρωτήσει την κοπελιά του τι παίζει για φαΐ, κι αυτή, ντυμένη με τα παραϊατρικά της, σκαρφαλώνει πάνω του, και του κλείνει το στόμα. Για μια στιγμή, ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε να φύγει, προτού τον μαχαιρώσει με το νυστέρι, μα το τραπεζάκι του σαλονιού είναι άτιμο πράγμα, και δεν τον άφησε.

Η κοπελιά δεν είναι γι’ αντιρρήσεις. Δείχνει αποφασισμένη. Τον παίρνει από το χέρι, και τον τραβάει στην κρεβατοκάμαρα ξαναμμένη. Τον πετάει στο κρεβάτι– «θα με βιάσεις;» αναρωτιούνται  τα μάτια του, έτοιμα να δακρύσουν από την τρομάρα. Μα εκείνη έχει ήδη πατήσει το play στο cd- player, έχει πάρει θέση, και ξεκινά.

Το κομμάτι έχει λίγη καθυστέρηση· απτόητη αυτή, κάνει δυο αισθησιακά βήματα προς το μέρος του – αυτός να μην μπορεί να κουνηθεί ακόμα από το δέος, τον έχει πιάσει κι ένα κατούρημα από το πρωί, και νομίζει πως θα του φύγουν.

Στέκεται από πάνω του, τινάζει τα μαλλιά, μαζί με την πιτυρίδα τους, στο πρόσωπό του. Χαϊδεύει με τη γλώσσα τα χείλη της, κι ο Αλκιβιάδης βλέπει, ένα-ένα, τα κενά ανάμεσα στα δόντια, και το περσινό σφράγισμα. Ανοίγει εκείνη αισθησιακά τη λευκή ρόμπα, περιμένει το κουπλέ για να την αφήσει να πέσει, και τότε σκάει το σκληρό beat…

«Greek lover, Greek lover/ με τρίχα για πουλόβερ, με τρίχα για πουλόβερ» φωνάζουν τα ηχεία.

Όπως καταλαβαίνετε, το βράδυ εξελίχθηκε σε βαριά αποτυχία. Τα Ημισκούμπρια αλλάξανε, φυσικά, μα η κατάσταση, απαράλλαχτη. Αυτός είχε πονοκέφαλο, αυτή τον πίεσε, μετά πήρε μια παθητικά αρνητική στάση, και του μουρμούριζε μέχρι τις 4 το πρωί. Την άλλη μέρα, που πήγαμε σπίτι του για pro, είδαμε τις στολές, μας είπε αυτός τον πόνο του, πιάσαμε να τον δουλεύουμε εμείς.

Απελπισία ο Αλκιβιάδης.

Έτσι είναι κούκλα μου. Αν δεν θες ν’ αποδεχθείς τον εαυτό σου, σε τέτοιες λούπες θα πέφτεις. Όλα ξεκινούν από την επιθυμία σου να γίνεις κάποια άλλη, από την επιθυμία σου ν’ αλλάξεις για τους γύρω σου.

Ξεχνάς ότι η πιο όμορφή σου στολή είναι ο εαυτός σου, και τρως το κεφαλάκι σου.

Όταν σ’ ερωτευόμαστε, έχουμε τους λόγους μας. Όσα πιπεράτα και να κάνεις, η ίδια είσαι, μ’ άλλα ρούχα. Μόνο τη ζωή σου δυσκολεύεις, κι αυτή του Αλκιβιάδου, που πλακώνεται στους βασιλικούς πολτούς και τα μύδια, για να μην πάνε οι κόποι και τα φράγκα σου χαμένα.

Είναι εύκολο να είσαι ο εαυτός σου – απλώς είσαι. Δεν χρειάζεται να κλέβεις από Μουρ και Μπάσιντζερ για να μας αρέσεις. Η Μουρ μας αρέσει γιατί είναι η Μουρ, κι η Μπάσιντζερ γιατί είναι η Μπάσιντζερ.

Δεν χρωστάς σε κανέναν ν’ αλλάζεις. Όσοι σε θέλουν πραγματικά, είναι εκεί για σένα· όχι για κάποια που θα της μοιάζεις, αν μασκαρευτείς καλά και σβήσεις το πολύφωτο.

Να είσαι ο εαυτός σου. Δουλεύει καλύτερα για όλους.

Ωραία, το λύσαμε κι αυτό. Ένα πρόβλημα έχω μόνο τώρα, σοβαρό· δεν έγινα αρκετά σεξιστής, γαμώτο, και δεν είδα τη φάτσα σου να πέφτει. Ποιον θα μισείς τώρα, μέχρι τις 18:54, απόγευμα Παρασκευής;

Δώσε μου δυο λεπτά…

Αγόρια ιππότες, κορίτσια μαύρες κότες!

Νομίζω είμαστε εντάξει.

Συντάκτης: Γιώργος Γραμματόπουλος

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!