Κάποτε κάθομαι και σκέφτομαι διάφορα πράγματα. Πράγματα που δεν αναλύω συχνά, που πιθανόν κι εγώ να τα θεωρώ δεδομένα. Δεν είναι όμως. Κι έτσι όταν κάποιες φορές επιστρέφω σπίτι κι αράζω στον καναπέ μετά από μια δύσκολη μέρα λέω «Βρε λες να είμαι τυχερός τελικά;».

Υπάρχουν για όλους μας οι στιγμές που θα γκρινιάξουμε, θα γίνουμε φουλ ιδιότροποι, που όλα θα μας φταίνε. Αναπόφευκτα. Είναι η καθημερινότητα τέτοια, είναι η πίεση, είναι η τριβή με τους ανθρώπους. Όμως όταν εγώ επιστρέφω σπίτι έχω εσένα κι αυτό είναι πραγματικά σπουδαίο.

Και τώρα θα σου κάνω μια αναλυσούλα απ’ αυτές που κάνω μόνος μου καμιά φορά και χαμογελώ. Κι έπειτα κοιμάμαι ήσυχος. Άκου λοιπόν. Εγώ το φιλοσόφησα το θεματάκι κι έχει ως εξής. Το πρωί βγαίνουμε απ’ το σπίτι μας κι αρχίζει μια σκληρή μάχη μέσα στη μέρα. Για να μάθουμε, για να πετύχουμε, για να προλάβουμε. Για να επιβιώσουμε. Μα πάντα έχουμε στο μυαλό μας ότι θα επιστρέψουμε. Στο σπίτι μας. Ότι κι αν σημαίνει αυτό. Αγάπη, ζεστασιά, άνθρωποι, έρωτας. Μηδενική μετακίνηση, δηλαδή. Σαν να μη φύγαμε ποτέ.

Εκεί μπορούμε να ’μαστε ο εαυτός μας. Όχι ο προσποιητά χαμογελαστός, όχι ο καταπιεστικά χαρούμενος, ούτε ο φαινομενικά απτόητος. Ο αυθεντικός, ο γνήσιος. Εκείνος που θα χαμογελάσει επειδή γουστάρει. Ο χαλαρός, ο αυθόρμητος, ο συναισθηματικός. Μα ταυτόχρονα κι ο άλλος.

Κι όταν λέμε «άλλος» εννοούμε ο ζόρικος. Είμαστε εμείς, οι ίδιοι εαυτοί, που θα τσαντιστούν, που θα κλαίγονται, που θα μιλούν ακατάπαυστα κι ασταμάτητα για ανούσια πράγματα. Εμείς που θα βγάλουμε την κούραση της ημέρας, την τσαντίλα κι όλα τα συναφή μαζεμένα.

Το παθαίνω συχνά κι εγώ. Έρχομαι και σε βάζω στόχο. Κι αρχίζω να σε σημαδεύω και να σου ρίχνω κι ας μη φταις εσύ σε τίποτα. Αλλά εσύ με αντέχεις. Μ’ αγαπάς το ίδιο. Με ησυχάζεις, με γαληνεύεις. Με θεραπεύεις. Βράχος κι αλύγιστη στο πλάι μου. Να με αγαπάς ακόμη, να με ερωτεύεσαι πιο πολύ από κάθε άλλη φορά.

Μ’ έχεις μάθει κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Κι επιλέγεις να παραμένεις δίπλα μου, αμετακίνητη, προσφέροντάς μου απλόχερα το μεγαλείο σου. Καταλαβαίνεις τι σκέφτομαι προτού να το πω. Γνωρίζεις τι με απασχολεί πριν καν το αναφέρω. Ίσως και τώρα να υποψιάζεσαι.

Είναι σαν να έχεις ένα κοντρόλ με κουμπάκια και μ’ ελέγχεις. Με την καλή έννοια. Κάνεις τα χείλη μου να σμίγουν, παραμερίζεις τις έγνοιες μου, μηδενίζεις την κούρασή μου. Δε με εγκαταλείπεις, με σώζεις. Κι αυτό είναι μοναδικό κι εκπληκτικό να το ζει κανείς.

Έχουν συντονιστεί οι ψυχές μας. Το πιστεύω αυτό, αλήθεια. Όταν σε κοιτώ δε σε βλέπω με τα μάτια. Όταν σου μιλάω, τα λόγια αυτά δεν τα σκέφτομαι. Έλα, αλήθεια σου λέω. Είναι λες και έπιασες το μυαλό μου και το βούτηξες στην ψυχή μου. Με συμπληρώνεις, πώς αλλιώς να στο πω;

Τα άκουσα κι από άλλους αυτά. Μου έλεγαν πώς ήταν σε μια σχέση που ήταν σημαντική γι’ αυτούς. Ποτέ δεν τους πίστεψα. Γέλαγα. Συμφωνούσα μαζί τους, αλλά μέσα μου τους έθαβα. Δεν είχα ζήσει ποτέ κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Μέχρι που σε γνώρισα.

Ήρθες στη ζωή μου, ρίζωσες. Έχουν ενωθεί τα σώματά μας, έχω ξεγυμνωθεί ψυχικά μπροστά σου. Γιατί εσύ δε θα με κρίνεις, δε θα με κατακρίνεις, δε θα παραπονεθείς όταν κάποιες φορές υπερβάλλω. Αντίθετα θα με προστατέψεις.

Γι’ αυτό σ’ έφερα εδώ απόψε. Γιατί ένιωσα την ανάγκη να σου πω κι εγώ μια φορά πως ξέρω τι γίνεται, δεν είμαι τρελός. Σε υπεραγαπώ και σέβομαι όσα κάνεις για μένα καθημερινά.

Ο Λυκαβηττός είναι μαγεία το βράδυ, δε βρίσκεις; Εμείς κι η Αθήνα στα πόδια μας. Κι η αγάπη μας. Έτσι θέλω να είναι πάντα. Κλείσε τα μάτια. Δώσε το χέρι. Έλα μην κλαις, μάτια μου.

Αυτό είναι για σένα. Για να με αγαπάς πάντα ψυχή μου. Για να μη σε χάσω ποτέ. Δε θα το άντεχα άλλωστε. Για να μ’ αγαπάς κι όταν είμαι ιδιότροπος. Άνοιξ’ τα.

Συντάκτης: Παύλος Πήττας
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη