polinaki492

Διάβασε το Μέρος Α’ εδώ.

Σκεπτικό βρήκε το επόμενο πρωινό και τον Σταύρο, ο οποίος αν και δεν είχε μετανιώσει για το περιεχόμενο του λόγου του ένιωθε άσχημα για τον τρόπο που της μίλησε. Κατά βάθος, όχι μόνο την ήθελε δίπλα του, όχι μόνο η παρουσία της στη ζωή του, του έδινε ζωή, αλλά την είχε κι ανάγκη. Όμως φοβόταν. Φοβόταν την αντίδρασή της όταν θα αντίκριζε την αλήθεια. Γιατί άραγε της είχε κρύψει κάτι τόσο σημαντικό εξ’ αρχής; Γιατί αποφάσισε εδώ και τόσο καιρό να της λέει τόσα ψέματα;

Ο Σταύρος είχε μόλις συμπληρώσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Γόνος εύπορης οικογένειας, μοναχογιός, είχε μάθει από μικρός να κάνει φιγούρα με τα λεφτά του μπαμπά… Στα είκοσί του πήγαινε στη σχολή με ένα ολοκαίνουριο κάμπριο που όλοι οι συμφοιτητές το ζήλευαν κι εύχονταν μια μέρα να το αποκτήσουν. Ήταν ψηλά στις προτιμήσεις των κοριτσιών, από αυτούς που δεν περνούσαν εύκολα απαρατήρητοι.

Σπούδαζε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, περισσότερο για χόμπι, παρά για βιοποριστικούς λόγους, μιας και πριν ακόμα μπει στη σχολή ήταν ήδη προαποφασισμένο ότι θα καταλήξει να διευθύνει την εταιρία του πατέρα του. Οικογενειακή επιχείρηση με ιδιαίτερα ανοδική πορεία, έπρεπε κάποιος να αναλάβει τα ινία της κι ήταν πράγματι μία αρκετά δελεαστική επιλογή.

Συνήθιζε να τριγυρίζει με τους φίλους του, να διασκεδάζει και να περνάει καλά. Ελάχιστες έγνοιες είχε κι απολάμβανε στο έπακρο τη ζωή του. Στα είκοσι πέντε του, διαγνώστηκε με μία σπάνια ανίατη πάθηση.

Από τότε η ζωή του έμελλε να αλλάξει ριζικά. Καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι θα περνούσε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Η παράλυση των κάτω άκρων του ήταν δυστυχώς μη αναστρέψιμη. Οι διανοητικές του λειτουργίες δεν επηρεάστηκαν, αλλά ο ίδιος έχασε την αίγλη του, το θαυμασμό των φίλων του, γνωστών κι αγνώστων. Ήταν ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα για την ψυχολογία του, καθώς θέλοντας και μη κλείστηκε πλέον στο σπίτι.

Οι φίλοι του τον επισκέπτονταν κι οι γονείς του, του έδειχναν ιδιαίτερη προσοχή. Ένιωθε όμως πλέον «αντικείμενο προς λύπηση». Ένιωθε τον οίκτο ανθρώπων που άλλοτε τον είχαν πολύ ψηλά κι αυτό δεν ήταν έτοιμος να το αντιμετωπίσει.

Κλείστηκε κι αυτός στον εαυτό του. Ή μάλλον στον υπολογιστή του. Περνούσε πλέον μερόνυχτα μπροστά από μία οθόνη. Απέρριπτε τις κλήσεις των φίλων του στο κινητό και προτιμούσε πλέον να ξημεροβραδιάζεται σε τσατ. Εκεί άγνωστος μεταξύ αγνώστων κατάφερε να παρουσιάζει τον παλιό καλό του εαυτό. Να προβάλλει τις παλιές καλές του μέρες που πραγματικά θα λησμονούσε να ξαναγυρίσουν.

Μιλούσε για τους φίλους του, για τα κλαμπ στα οποία βγαίναν, για τη σχολή του, ξαναζώντας μέσα απ’ τα ίδια του τα λόγια έστω και για λίγο τη μαγεία εκείνων των στιγμών. Ώσπου μια μέρα, τυχαία, σε μια συζήτηση ξεπρόβαλε μπροστά του η Μελίνα. Τον μάγεψε ο λόγος της, η ιστορία της, η ζωή της. Δεν της είπε τίποτα για τη δική του ασθένεια. Είπε και σε αυτή τη γνωστή προ πενταετίας ιστορία του.

Μιλούσαν κάθε μέρα κι ένιωθε μαζί της μοναδικά. Η Μελίνα είχε αρχίσει να του ανοίγεται, όπως σε κανέναν άλλο το τελευταίο διάστημα. Του έλεγε τι σκέφτεται, πώς ένιωθε, του μιλούσε κι αυτός ένιωθε πως του έδινε ζωή. Κατάφερνε να την κάνει να γελάει κι αυτό τον έκανε ευτυχισμένο.

Τον θαύμαζε η Μελίνα του κι αυτός θαύμαζε τον εαυτό του για τον τρόπο με τον οποίο την έκανε να νιώθει. Άραγε πόση δύναμη μπορεί να έχουν κάποια συναισθήματα βγαλμένα απλώς και μόνο μέσα από ένα πληκτρολόγιο; Μέσα από μια οθόνη;

Μέρα με τη μέρα μιλούσαν όλο και περισσότερο. Η δύναμη του λόγου, της εικόνας, του χρώματος της φωνής έφερε αυτούς τους δύο ανθρώπους κοντά. Δύο άγνωστοι που όμως ένιωθαν τόσα πολλά ο  ένας για τον άλλο.

Ήταν όντως εφικτό να ξεκινήσει μία ιστορία ανάμεσά τους με τέτοιο τρόπο;

«Θα έπρεπε να της το είχα πει. Θα έπρεπε να ξέρει απ’ την αρχή ποιος είμαι και πώς είμαι. Μέσα της με κατηγορεί, γιατί δεν έχω πάει ακόμα εδώ και τόσους μήνες να τη δω… Αχ, και να ήξερε πόσο πολύ θα ήθελα να σηκωθώ, να πατήσω στα πόδια μου, να πάρω ένα τρένο, ένα λεωφορείο και να πάω να τη συναντήσω. Δεν της έχω πει ποτέ να έρθει εδώ. Δεν της το χω πει, γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι πως μετά από αυτό που θα αντικρίσει θα τη χάσω τελείως. Θα θυμώσει με τα ψέματά μου και στην καλύτερη θα νιώθει για μένα μόνο οίκτο και λύπηση. Θα χάσω το γέλιο κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, τα μηνύματά της κάθε πρωί μόλις ξυπνήσει… Μακάρι να ήξερε πόσο δύσκολη είναι αυτή μου η απόφαση. Μακάρι κι εγώ να είχα άλλη εναλλακτική λύση.», είπε δυνατά στον εαυτό του ο Σταύρος. Πονούσε, πονούσε γιατί δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Γιατί για αυτήν ήταν και θα παρέμενε ένας δειλός που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για εκείνη. Κι όμως ποια εικόνα ήθελε ο Σταύρος να αφήσει στο μυαλό της Μελίνας; Με ποιο τρόπο ήθελε πραγματικά να απομακρυνθεί από τη ζωή της;

Με το δικό του τρόπο ένιωθε για πρώτη φορά πως αγαπούσε κάποια κοπέλα τόσο πολύ. Ήθελε το δικό της καλό και μόνο. Ήθελε να είναι ευτυχισμένη κι αυτός απλώς να μπορεί και να νιώθει καθημερινά ότι η Μελίνα χαμογελάει. Δεν ήθελε όμως να μην τη γνωρίσει ποτέ από κοντά. Της χρωστούσε μια αγκαλιά, μια κουβέντα, ένα βλέμμα. Για αυτά και μόνο ήταν αποφασισμένος να παλέψει. Να φτάσει την ιστορία στο τέλος… Κι ας ήξερε ότι αυτό το τέλος μπορεί να πονούσε και τους δύο παραπάνω.

«Σε σκέφτομαι. Θέλω επιτέλους να σε γνωρίσω κι από κοντά», πληκτρολόγησε στο κινητό και πάτησε αποστολή.

Συντάκτης: Βασιλική Γουγούλα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!