Διαβάζουμε ένα βιβλίο.  Μπαίνουμε στην ιστορία των πρωταγωνιστών και τη βιώνουμε στο πετσί μας. Δεν αφήνουμε το βιβλίο απ’ τα χέρια μας, παρά μόνο για να κοιμηθούμε και σπεύδουμε να διαβάσουμε τη συνέχεια με το που θα ξυπνήσουμε. Κάποια στιγμή, όμως, συμβαίνει το αδιανόητο. Η ιστορία σταματά, δεν υπάρχει συνέχεια, δε μαθαίνουμε το τέλος, ο συγγραφέας αφήνει ανολοκλήρωτο το βιβλίο.

Αφού ξεπεράσουμε την απογοήτευση και το θυμό που αισθανόμαστε για την ιστορία που αφέθηκε τόσο απροσδόκητα στη μέση, θα μπούμε στο στάδιο «της εικασίας». Θα φανταστούμε, δηλαδή, τι θα συνέβαινε στη συνέχεια της ιστορίας, θα σκεφτούμε ένα τέλος για τους πρωταγωνιστές του βιβλίου και θα αναπληρώσουμε, έτσι, τις σελίδες που θα έπρεπε να υπάρχουν, αλλά είναι ανύπαρκτες. Παρόλα αυτά, όμως, πάντα θα μας κατατρώει η άγνοια για την πραγματική εξέλιξη της ιστορίας, όπως, δηλαδή, θα την έδινε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Έτσι, λοιπόν κι όταν τελειώνει μια σχέση προτού προλάβουμε να την ευχαριστηθούμε, μας βασανίζει το ίδιο αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, όμως, τώρα είμαστε εμείς και παίρνουμε οι ίδιοι την «πένα», για να δώσουμε το τέλος που στερηθήκαμε απ’ τη δική μας ιστορία.

Μια σχέση αφήνει την επίγευση του ανολοκλήρωτου, όταν έχει προοπτικές που δεν προλαβαίνουν, όμως, να υλοποιηθούν, γιατί τερματίζεται. Όταν βρεθούμε μπροστά στο τέλος της νιώθουμε αδικημένοι, γιατί δεν προφτάσαμε να δώσουμε όλα αυτά που θα θέλαμε.

Αναπόφευκτα, τότε, θ’ αναρωτηθούμε πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί, αν δεν τερματιζόταν. Θα επιδοθούμε σε εικασίες και θα φανταστούμε την υποθετική συνέχειά της, σύμφωνα, όμως, με τον τρόπο που εμείς θα θέλαμε να εξελιχθούν τα πράγματα.

Η αλήθεια είναι πως η συνέχεια που θα κατασκευάσουμε με το μυαλό μας θα είναι πιο ευνοϊκή απ’ τη συνέχεια που θα είχε πραγματικά η σχέση, αν δεν τελείωνε. Όπως θα συνέβαινε και με το μισοτελειωμένο βιβλίο, όπου θα φανταζόμασταν για τους πρωταγωνιστές ένα τέλος, όπως εμείς θα το θέλαμε, απαλλαγμένο απ’ τις δυσάρεστες εξελίξεις που, ενδεχομένως, θα του έδινε ο συγγραφέας.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα βρίσκουμε προσωρινή λύτρωση ζώντας μέσα στις εξιδανικευμένες εικόνες που θα δημιουργούμε. Ούτε κάνοντας υποθέσεις, όμως, θα εξαλείφεται το παράπονό μας για το ξαφνικό τέλος της σχέσης και το αίσθημα του ανολοκλήρωτου θα συνεχίζει να μας κατατρώει.

Η σκέψη που δε θα μας αφήνει να βρούμε ησυχία, θα ‘ναι πως δεν προλάβαμε να εξωτερικεύσουμε εκτενώς όλα τα χαρακτηριστικά μας, για να μπορούμε να κριθούμε δίκαια και μετά ν’ απορριφθούμε. Η εντύπωση, δηλαδή, πως θα έχει σχηματιστεί για εμάς μια εικόνα κατώτερη της πραγματικής, η οποία δε θα μας αντιπροσωπεύει, θα ‘ναι η μεγαλύτερη δυσκολία που θα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε για να προχωρήσουμε.

Αναγκαστικά, λοιπόν, θα τελειώσουμε μόνοι μας το «βιβλίο». Θα εντάξουμε στην πλοκή καταστάσεις που θα μας αναδείξουν, θα βάλουμε στο στόμα μας λόγια που θα θέλαμε να πούμε, θα γεμίσουμε τις «σελίδες» μ’ όσα δεν προλάβαμε να ζήσουμε και θα δώσουμε το τέλος που εμείς θα θέλαμε να έχει η ιστορία μας.

Κι έτσι, αφαιρώντας συνειδητά κάθε ίχνος ρεαλισμού απ’ το «κείμενό» μας, θα δώσουμε μια ιδανική εξέλιξη μεν, αλλά πολύ καλή, για να ήταν αυτή η πραγματική.

 

Συντάκτης: Δημήτρια Κουρίδη
Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου