xenia588

Γράφει η Μ.

 

Δε θα πω πολλά. Δε θα μιλήσω για μας κι ούτε θα προσπαθήσω να κάνω τη σχέση μας να φαντάζει μαγική. Δε θα εστιάσω στο ποσό τρέλα ερωτευμένη είμαι μαζί σου, θα το καταλάβεις εξάλλου απ’ όλα τα άλλα. Θα γράψω, όμως, για τις πολύωρες βόλτες μας.

Για εκείνους τους περιπάτους που πηγαίναμε μαζί κάτι απογεύματα μιας βαρετής Δευτέρας, χαρούμενης Τρίτης, κουραστικής Τετάρτης, ανυπόμονης Πέμπτης και κάτι ξεκούραστα Παρασκευοσαββατοκύριακα. Για εκείνες τις βόλτες που κάναμε αγκαλιά και μας φάνταζαν σαν διακοπές. Εκείνες στην παραλία της Κινέτας που έμοιαζαν με νησί και θύμιζαν καλοκαίρι. Ένα καλοκαίρι δίχως τέλος. Επόμενος προορισμός το Μικρολίμανο, με το σκηνικό να έχει τοποθετήσει εμάς τους δυο εκεί δίπλα στη μουσική της θάλασσας, που έπαιζε για την πάρτη μας και μόνο.

Τα απόμερα σοκάκια της Αθήνας, αγαπημένος σου προορισμός, με μένα πάντα να φοβάμαι κι εσένα να μου σφίγγεις το χέρι. Σε εκείνη την εκθαμβωτική Ακρόπολη που μου ‘λεγες πως έχω κάτι απ’ το μεγαλείο της. Εκεί που τα φώτα της έλαμπαν πιο πολύ κι απ’ τα μάτια μας. Στο ίδιο σημείο που σφραγίζαμε τις στιγμές μας σε φωτογραφίες κι εσύ στόλιζες τη μια με ένα φιλί στο μάγουλο και την άλλη με μια αγκαλιά.

Στις πολύωρες βόλτες που έκανες μαζί και μου αφιερώνεις όλο το χρόνο της βδομάδας, του μήνα και του χρόνου σου. Στους άπειρους τσακωμούς που κάναμε στο πάρκο της γειτονιάς  με θεατές τους γείτονες. Ποιος νοιαζόταν; Τότε που με κράταγες με το ζόρι ενώ εγώ σαν τρελή προσπαθούσα να ξεφύγω, τραβάτε με κι ας κλαίω.

Οι βόλτες που έκανα με τους φίλους μου πάντα είχαν κάτι από εσένα. Ένα μήνυμά σου, κάτι τύπου «πού είσαι;», μια απάντηση δίκη μου κι άλλη μια η δίκη σου, ο ερχομός σου. Πώς τα κατάφερνες πάντα κι ήσουν εκεί μέσα σε δεκαπέντε λεπτά το πολύ.

Σε εκείνες τις βόλτες, λοιπόν, που το ‘σκαγα κρυφά απ’ το σπίτι ή πέταγα καμιά δικαιολογία, τάχα μου, ότι πάω στο περίπτερο, γιατί τρελαινόμουν να σε δω. Κι ας κρατούσαν αυτά τα πεντάλεπτα τουλάχιστον δίωρα. Ξεχνιόμουν να γυρίσω σπίτι, έχανα την αίσθηση του χρόνου.

Αξέχαστες καντάδες κάτω απ’ το σπίτι μου που ακολουθούσαν πάντα βόλτες με το αμάξι, τα ηχεία να παίρνουν φωτιά κι ο έρωτάς μας να γίνεται λάβα που μας έκαιγε ολόκληρους. Σε εκείνα τα «δε θα βρεθούμε», που σου έστελνα κι εσύ ερχόσουν να με πας απ’ τη σχολή στο σπίτι, για να με δεις έστω για πέντε λεπτά.

Σε εκείνες τις βόλτες που πια πάω μόνη μου, σε όλες τις βαρετές μέρες της βδομάδας. Στην παραλία που τώρα πνίγομαι στις σκέψεις και στα κύματά της. Στα απόμερα σοκάκια που πλέον δεν πατάω. Στις φωτογραφίες κάτω απ’ την Ακρόπολη που το μόνο που λάμπει είναι τα φώτα της. Στις βόλτες με τους φίλους που παρακαλώ για ένα τηλεφώνημα. Σε εκείνες τις απίστευτες που κάνω στο μπαλκόνι μου, κοιτάζοντας το δρόμο και ψάχνοντας το αυτοκίνητό σου. Και τέλος πίνω στην υγεία της πρώτης μας βόλτας που θα παρακαλούσα να διαρκούσε περισσότερο από όσο κράτησε.

Στην υγεία εκείνης κι όλων των παραπάνω, λοιπόν.

 

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!