Γράφει ο Χάρης.

Γυρνάω το κεφάλι αργά-αργά και τους κοιτάζω όλους έναν προς έναν. Είναι τόσο χαρούμενοι. Φαίνεται τόσο έντονα η ανεμελιά κι η ευτυχία στα πρόσωπά τους, με κάνουν να θέλω να κλαίω από χαρά μόνο που τους βλέπω. Απομακρύνομαι απ’ την τραπεζαρία και περπατώ κατά μήκος του διαδρόμου. Δεν υπάρχει καθόλου φως εδώ. Πλησιάζω το παράθυρο ήσυχα και με αργό βήμα. Δε θέλω να ενοχλήσω το ζευγαράκι που εδώ κι ώρα ανταλλάσσει φιλιά στον καναπέ του σαλονιού, ούτε θέλω να ξυπνήσω την από τις δέκα και μισή μεθυσμένη κολλητή μου. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο με το μυαλό μου να ταξιδεύει. Μάντεψε πού.

Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν απαλά στο τζάμι, αναγκάζοντάς με να αφουγκραστώ. Ακούω προσεχτικά τον τρόπο που χτυπούν στο διάφανο γυαλί. Άλλες δυνατά λες και θέλουν όσο ποτέ να τις προσέξω πριν κυλήσουν προς το έδαφος κι άλλες τόσο διακριτικά, θυμίζοντάς μου εμένα όταν μπαίνω στο σπίτι τα χαράματα μετά από ξενύχτι. Όλες μαζί ακούγονται σαν από γραμμή σε πεντάγραμμο κάποιου αγνώστου συνθέτη που έχει πια χαθεί και θέλει τώρα μ’ αυτές να φανερωθεί επιτέλους το ταλέντο του, έστω κι αργά.

Το βλέμμα μου γυρνάει προς το ζευγαράκι. Συνεχίζουν να ανταλλάσσουν φιλιά και γλυκόλογα, ούτε που πρόσεξαν πως βρισκόμουν κάπου εκεί κοντά. Τι όμορφη που είναι η αγάπη, σκέφτηκα. Κοίτα πώς κάνει ο έρωτας αυτά τα δύο όντα να συμπεριφέρονται, αρνούνται οτιδήποτε βρίσκεται γύρω τους αυτή τη στιγμή, μόνο και μόνο για να μη σταματήσουν να αλληλοκοιτάζονται.

Ακόμη και το κομμάτι από το λαχταριστό κέικ που όλοι οι υπόλοιποι καταβροχθίσαμε προηγουμένως δεν το έχουν φάει, αντίθετα το έχουν τρίψει ο ένας στα μούτρα του άλλου χασκογελώντας σαν παιδιά που κάνουν σκανταλιές και πέφτουν στις λάσπες και γίνονται τα πρόσωπά τους χάλια. Αλλά είναι χαρούμενα παρόλα αυτά.

Αρκετή ώρα τους κοιτάζω, θα το καταλάβουν κάποια στιγμή, γι’ αυτό κάνω να κινηθώ προς το μπαλκόνι. Ευτυχώς δεν κάθεται κανένας εκεί, είναι όλο δικό μου. Κάθομαι αναπαυτικά σε μια απ’ τις καρέκλες κι ακούω τη μουσική που προέρχεται από το τρελό ξεφάντωμα στην τραπεζαρία.

Συμμετείχα κι εγώ πριν από λίγο μα ήπια λίγο παραπάνω κρασί και το κρασί έφερε στο μυαλό μου εσένα. Είπες πως θα ‘ρθεις απόψε, μα δε φάνηκες ακόμα. Ποιο άτιμο πάθος σε κρατάει μακριά μου; Ποια γωνιά και ποια πόλη; Είσαι η μοναδική σκέψη μου από την ώρα που ήρθα μα μετά ξεχάστηκα για λίγο. Τώρα, όμως, μου το γαμάς χωρίς έλεος.

Δε σταματάω να δαγκώνω τα χείλη μου στη σκέψη του τι να κάνεις τώρα και γιατί να μην είμαστε μαζί απόψε. Σε θέλω δίπλα μου, το καταλαβαίνεις; Σε θέλω εδώ, να κάθεσαι εδώ μαζί μου και να μου μιλάς, να μου τραγουδάς, να μου γελάς, κι αν μη τι άλλο, να με αγαπάς.

Να με αγαπάς και να με ερωτεύεσαι χωρίς όρια, να με φιλάς σαν να είναι το τέλος του κόσμου και να με κρατάς σαν να είναι να με χάσεις μετά από λίγο. Μα δεν τα κάνεις όλα αυτά. Κι εγώ σε περιμένω να ‘ρθεις.

Όμως δεν ξέρω, σκέφτεσαι κι εσύ το ίδιο; Ανυπομονείς κι εσύ τόσο πολύ να με δεις; Πεθαίνεις όπως κι εγώ να με κρατάς στα χέρια σου αυτή τη στιγμή; Δεν ξέρω, μακάρι να μπορούσα να διαβάσω το μυαλό σου. Στείλε ένα μήνυμα, κάνε μια κίνηση, δώσε ένα σήμα, κάτι.

Να το, έπεσε και το αστέρι, μόνος μου το είδα. Πάλι δεν είσαι εδώ. Θέλω να ουρλιάξω σαν λύκος που ουρλιάζει στο φεγγάρι συνεπαρμένος απ’ την ομορφιά του και ταυτόχρονα τρομαγμένος από τον πανικό που του προκαλεί αυτό.

Θα ψάξω να σε βρω. Θα πάρω το αυτοκίνητο και θα σε ψάξω σε όλη την πόλη, σε στενάκια, σε σοκάκια, ακόμη κι έξω από το σπίτι σου θα έρθω και θα μπουκάρω να σε ψάξω κι εκεί. Σε θέλω μαζί μου απόψε.

Τώρα.

Επιμέλεια κειμένου: Αναστασία Νάννου