Γράφει ο Πάνος Μαύρος.

 

Άλλο ένα μεσημέρι που δε λέει να με πάρει ο ύπνος, να καθαρίσει το μυαλό μου, να ηρεμήσω κι εγώ. Όσο κι αν προσπαθώ να ξεφύγω ο νους μου είναι καρφωμένος σε ‘κείνη. Δεν μπορώ πλέον να σκεφτώ τίποτα. Σταμάτησαν να έχουν νόημα τα πάντα, παρά μόνο εκείνη, τα μάτια της, το χαμόγελό της.

Αναρωτιέμαι μερικές φορές, πώς κατάντησα έτσι; Πώς χάθηκε το νόημα όλων μου των ασχολιών και συγκεντρώθηκε όλο πάνω της. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά αισθάνομαι ότι είναι το μοναδικό κομμάτι της ζωής μου που έχει σημασία∙ μεγάλη κουβέντα κι όμως την αισθάνομαι.

Όταν είμαι κοντά της σβήνουν τα πάντα απ’ το μυαλό μου. Δε με ενδιαφέρει τίποτα και κανένας. Ίσως μόνο οι δείκτες του ρολογιού, που με έναν περίεργο τρόπο γυρνάνε με διπλάσια ίσως και τριπλάσια ταχύτητα. Τα μάτια μου είναι καρφωμένα πάνω της, ό,τι και να κάνει. Ξεχνάω τα προβλήματά μου, τους φόβους μου, τη δουλειά μου, τον κόσμο ολόκληρο, ακόμα και τις κιθάρες μου, που κάποιος που με ξέρει καλά θα έλεγε ότι είναι η ζωή μου.

Όταν είμαι δίπλα της γίνεται εκείνη η ζωή μου κι αυτομάτως παύουν τα πάντα να έχουν νόημα. Ζω την ευτυχία στην απόλυτη μορφή της κι όπως δεν την έχω ξαναζήσει ποτέ. Αρκεί να είμαι δίπλα της κι ας μην κάνουμε τίποτα, ας μη μιλάμε καθόλου, ας χανόμαστε στη σιωπή. Το χέρι της να κρατώ, μου φτάνει. Νιώθω ευτυχισμένος, δεν ξέρω πόσο πιο απλά μπορώ να το μεταβιβάσω αυτό το αίσθημα πάνω στο χαρτί. Ευτυχισμένος.

Τα δύσκολα έρχονται όταν βρίσκομαι μακριά της. Όταν δε μου στέλνει και δεν ξέρω τι κάνει και πού βρίσκεται. Δεν είναι μια υγιής σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων αυτό που έχουμε, είναι κάτι διαφορετικό και δεν ξέρω τι ταμπέλα θα μπορούσα να του βάλω. Μακριά της αισθάνομαι ψυχικά νεκρός∙ μεγάλη κουβέντα κι όμως είναι η αλήθεια.

Στο μυαλό μου είναι μόνιμα η μορφή της και τα μάτια μου στραμμένα μόνιμα στο κινητό, να περιμένουν το όνομά της. Και το χειρότερο, στην ψυχή ένας αβάσταχτος πόνος. Αλήθεια, δεν ξέρω σε τι κλίμακα θα μπορούσε να μετρηθεί ο ψυχικός πόνος, αλλά σίγουρα τον αισθάνομαι πολύ περισσότερο σε ένταση και διάρκεια από κάθε σωματικό πόνο που έχω νιώσει ως τώρα.

Ξέρω, θα πείτε ότι λέω μεγάλα λόγια, υπερβολές ίσως, αλλά όχι. Ποτέ κανένας σωματικός πόνος δε με έφτασε στο σημείο να μην αντέχω άλλο, να αισθάνομαι ότι θα τρελαθώ κι ευχαριστώ τον Θεό γι’ αυτό. Κι όμως, με αυτόν τον πόνο τώρα είναι στιγμές που το σκέφτομαι, είναι στιγμές που η απώλειά της με ισοπεδώνει. Κι αυτή εδώ είναι μια τέτοια στιγμή.

Περίμενα ένα μήνυμά της όλο το πρωί, ξύπνιος πριν ανατέλλει ο ήλιος. Για άλλη μια φορά αφού μπήκε στον ύπνο μου και τον έκλεψε, δεν πρόλαβα να ξυπνήσω, είχε κλέψει και το μυαλό μου και τις σκέψεις μου. Ήξερα ότι ήταν πολύ δύσκολο να μου στείλει –δεν έχει σημασία το «γιατί»– κι όμως, έτρεμα ολόκληρος στην ιδέα ότι θα περάσει η μέρα και δε θα μιλήσουμε, πόσο μάλλον να μην τη δω.

Μέχρι που ξαφνικά το μεσημέρι έρχεται μήνυμα στο κινητό. Δεν έλεγε κάτι, απλά μια κλήση της πριν από οκτώ λεπτά. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που θέλεις να σπάσεις τα πάντα γιατί δεν έχεις σήμα τη μοναδική στιγμή που σκέφτηκε και μπόρεσε να σε πάρει. Πετάγομαι όρθιος και σε κλάσματα δευτερολέπτου την καλώ. Ο πόνος είχε εξαφανιστεί με έναν μαγικό τρόπο.

Η ευτυχία είχε εισχωρήσει ξανά μέσα μου. Ξαφνικά άρχισαν να λάμπουν τα πάντα. Το χαμόγελο στο πρόσωπό μου δεν μπορούσε να κρυφτεί -τι κι αν δεν το έβλεπα, το ένιωθα. Και φυσικά η καρδιά μου, έτοιμη να σπάσει. Θυμάμαι μετρούσα δέκα χτύπους της καρδιάς μου σε κάθε χτύπο του ακουστικού. Δεν το σήκωσε ποτέ και λίγα λεπτά αργότερα ήρθε μήνυμα: «Ήθελα απλά να δω τι κάνεις, τώρα δεν μπορώ να μιλήσω».

Και κάπως έτσι, ξανά στο σκοτάδι και σε έναν ατελείωτο βυθό. Έχασα την κάθε ελπίδα και χαρά που δημιουργήθηκε μέσα μου, ακούγοντας τον ήχο του μηνύματος. Ίσως τελικά να είναι αυτή η έντονη και ταχύτατη αλλαγή συναισθημάτων που μπορεί να με τρελάνει.

Νιώθω ότι κρατάει τη ζωή μου στα χέρια της. Όλα αυτά τα γράφω γιατί έτσι βιώνω αυτή τη στιγμή τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωή μου και μάλλον όχι τον πιο υγιή. Πού θα με βγάλει άραγε…

Αθήνα 13-1-2018

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη