kat445676586

Γράφει η Ε.

«Ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου, θα ‘σαι πάντα δικός μου, θα ‘μαστε πάντα μαζί». Αυτοί οι στίχοι με αγγίζουν κάθε φορά που τους ακούω. Αλλά κι ολόκληρο το τραγούδι αποτελεί την πιο αρμονική μελωδία που έχει ηχήσει ποτέ στα αυτιά μου. Δεν ξέρω αν το θυμάσαι αλλά ήταν το τραγούδι μας. Σου το τραγουδούσα κάθε φορά που έφευγες για κάποιο ταξίδι σου. Είτε ήσουν μπροστά μου είτε όχι.

Όταν σε γνώρισα ήμουν τόσο δα παιδάκι. Κι εσύ ξεκινούσες τα πρώτα σου επαγγελματικά βήματα καθότι μόλις είχες πάρει το πτυχίο σου. Σε ένα επάγγελμα, για το οποίο ποτέ δεν τρελαινόσουν. Μα βέβαια, πώς να σου αρέσει κάτι, όταν αυτό σε κάνει να φεύγεις μακριά από τους δικούς σου ανθρώπους κάθε έξι μήνες;

Το γεγονός, λοιπόν, ότι ήσουν πια ένας ναυτικός και με τη βούλα σε προβλημάτιζε. Ήμασταν στην αρχή ακόμη και μου έλεγες: «πώς θα συνεχίσουμε, αφού σε λίγο καιρό θα δεθούμε ακόμη περισσότερο κι εγώ δε θα είμαι δίπλα σου τις στιγμές που θα με χρειάζεσαι; Θα είναι πολύ δύσκολο, να ξέρεις». Κι εγώ σου απαντούσα πως δε με ενδιαφέρει που θα λείπεις. Γιατί θα σε περιμένω. Έλεγα ό,τι θέλω να είμαστε μαζί κι ό,τι βρέξει, ας κατεβάσει.

Έτσι κι εσύ με πίστεψες κι αφέθηκες. Ήμασταν τόσο καλά μαζί. Δε ζηλεύαμε ο ένας τον άλλον κι όταν το κάναμε γινόταν με υγιή τρόπο. Έτσι για να φαίνεται πόσο δικός μου είσαι και πόσο δική σου είμαι. Το μόνο πρόβλημά μας ήταν η διαφορά ηλικίας. Τα δέκα χρόνια ήταν αρκετά, για να έρθουμε πολλές φορές σε ρήξη. Προσπαθούσαμε, όμως, να τα κατευνάσουμε. Είτε εγώ γινόμουν μια μικρή κυρία των είκοσι-πέντε, είτε εσύ γινόσουν ένα μεγάλο αγόρι των δεκαπέντε.

Μας έλεγαν τρελούς και πώς μπορούμε εμείς οι δύο να έχουμε σχέση. Ειδικά εσένα σε κορόιδευαν κάποιες φορές λέγοντάς σου, «Μα πώς είσαι με ένα μωρό; Δεν πας καλά.» Κι εσύ έλεγες: «Δε με νοιάζει, τη θέλω».

Εγώ ως πιο μικρή στεναχωριόμουν λόγω του ότι μας κατέκριναν και δεν είχαν τίποτα άλλο να συζητήσουν παρά τη δική μας ζωή και επιλογή. Την επιλογή του να είμαστε μαζί. Κι ας είχαμε χάσμα γενεών μπροστά μας. Εσύ μου έλεγες: «Μη δίνεις σημασία, μας ζηλεύουν, γιατί τα καταφέραμε».

Και πράγματι. Κάθε φορά που μας έβλεπαν μας έλεγαν ότι είμαστε ένα ωραίο ζευγάρι και λάμπουμε. Κι εμείς ευτυχισμένοι και φωτεινοί προχωρούσαμε μπροστά.

Ήρθε κι η μεγάλη ώρα. Το πρώτο σου ταξίδι έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Βασιζόμενος στα λόγια μου ότι θα σε περιμένω, έφυγες περήφανος. Μόνο με ένα φόβο. Πως θα βρω κάποιον άλλον. Σου φώναζα «Αποκλείεται».

Εσύ απαντούσες: «Αν αντέξεις, οκ. Σε περίπτωση που γίνει, όμως, κάτι τέτοιο, θέλω να μου το πεις». Εγώ εκεί. Έλεγα πως ποτέ δε θα συμβεί αυτό.

Έφυγες, λοιπόν. Έκλαψα πολύ εκείνη τη μέρα. Ευτυχώς, όμως, μέσα από την εξέλιξη της τεχνολογίας, ποτέ δε χαθήκαμε. Η απόσταση δεν μπορούσε να μας νικήσει. Με έπαιρνες απ’ το τηλέφωνο του καραβιού κι εγώ πετούσα, μόλις έβλεπα τον αριθμό-μακρινάρι του εξωτερικού. Ανησυχούσα για σένα και κάθε φορά περίμενα να με πάρεις τηλέφωνο καθώς δεν είχες την ευχέρεια να τηλεφωνείς καθημερινά.

Ήμουν στην αναμονή κάθε μήνα. Να ακούσω τη φωνή σου, εκείνο το «είμαι καλά» σου κι «η θάλασσα είναι οκ». Υπήρχαν στιγμές που σε άκουγα μπουχτισμένο να λες «δεν αντέχω άλλο, θέλω να φύγω και μου λείπεις». Έλεγα κάνε υπομονή, θα περάσει ο καιρός.

Καθώς περνούσαν οι μήνες γινόσουν χειρότερα. Λύγιζες μέρα με τη μέρα. Τα χιλιόμετρα που ήμασταν μακριά ήταν πολλά. Έτσι που κάποια στιγμή, γύρισες και μου είπες: «Δεν μπορώ να στο κάνω αυτό. Θέλω να σε αφήσω ελεύθερη. Δεν αντέχω στη σκέψη ότι με περιμένεις».

Πάγωσα. «Είσαι τρελός;», σου φώναζα. Εσύ εκεί. Συνέχιζες να με παίρνεις για να με ακούς αλλά κάτι είχε αλλάξει. Η απόσταση άρχισε σιγά-σιγά να μας διχάζει.

Ώσπου μας σκότωσε. Χωρίσαμε με τη δικαιολογία πως εσύ θα φεύγεις συνέχεια, επομένως το «μαζί» ήταν ανέφικτο. Για μένα όμως δεν ίσχυε. Εγώ μπορούσα να σε περιμένω κι ας έκανες να γυρίσεις πίσω δέκα χρόνια. Ποτέ δεν το πίστεψες.

Έφτασε η μέρα της επιστροφής. Νόμιζα πως ότι, όταν θα με δεις, θα αλλάξεις γνώμη. Τίποτα. Είπες «δε θα είμαστε ποτέ ξανά μαζί». Αρρώστησα, σε παρακάλεσα, προσπάθησα να σε κάνω να το δεις αλλιώς. Να σε πείσω πως μπορούμε να συνεχίσουμε, όσα ταξίδια κι αν φύγεις. «Όχι», μου είπες.

Πίκρα, λύπη και  απογοήτευση στο πρόσωπό μου. Πόνεσα πολύ και με θυμό σου πέταξα ένα: «Τελικά, εσύ δεν άντεξες κι όχι εγώ». Έκανα λίγα βήματα στο δρόμο, αλλά γύρισα πίσω στο δευτερόλεπτο. Έσκυψα στο αυτί σου για να σου πω:

«Να θυμάσαι πως θα ‘σαι πάντα δικός μου. Σε όποιο ταξίδι κι αν πας στη ζωή σου. Και θα σε περιμένω, ακόμη κι αν αυτό το ταξίδι δεν έχει εισιτήριο επιστροφής με προορισμό την αγκαλιά μου. Σε φιλώ και να προσέχεις».

Αντίο, γλυκέ μου Καπετάνιε.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Καλή

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!