xenia877

Γράφει η Έλσα Π.

Καμιά φορά, εύχομαι να καταλάβαινα περισσότερα. Αυτό που δεν κατάλαβα ούτε χθες ούτε σήμερα. Ελπίζω να το αναγνωρίσω αύριο, να μην πάνε και χαμένα τόσα λεφτά σε ψυχολόγους.

Σε γνώρισα. Άρχισα να σε σκέφτομαι. Πρώτα, μόνο το βράδυ. Στη συνέχεια, έγινες έργο σε επανάληψη. Σε σκεφτόμουν το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Κοιτάζω το ρολόι, 12:00. Το κοιτάζω ξανά όταν μου ‘ρχεσαι πάλι στο μυαλό, 12:05. Μονολογώ σε φανταστικό κάδρο: Με θέλει; Πρέπει να τον βγάλω απ’ το μυαλό μου, υπάρχει άλλη. Τι να σκέφτεται για μένα; Θα μπορούσε να γίνει κάτι;

Δεν υπάρχει άνθρωπος στην παρέα που να μην έχει ψυχανεμιστεί το “love is in the air”, που αιωρείται ακριβώς από πάνω μας. Η παραδοχή της κατάστασης μας έδωσε το πρώτο έναυσμα για να έρθουμε πιο κοντά. Ανυπομονούσα για εκείνο το φιλί. Το έβλεπα στον ύπνο μου! Καθόσουν δίπλα μου κι ανατρίχιαζε το κορμί μου στη σκέψη ότι θα μ’ ακουμπήσεις έστω τυχαία. Σε ήθελα. Σε περίμενα!

Βράδυ. Επιτέλους, μου ζήτησες να βγούμε οι δυο μας. Εγώ, γνωρίζοντας για τη ζωή σου, δε θα τολμούσα να στο ζητήσω, όσο και να καιγόμουν. Μπήκαμε στ’ αυτοκίνητο και δεν κρατήθηκα, σε φίλησα! Παθιάρικα και φευγαλέα. Σου χαμογέλασα…

Φτάσαμε. Τι λέγαμε; Α, ναι. Μείναμε στο φιλί. Τι φοβερό φιλί ήταν αυτό! Γλυκό, ζεστό, δοτικό, ερωτικό. Ήταν αδύνατον να σταματήσουμε. Το χέρι μου ήδη ψηλάφιζε το κορμί σου. Ωραίο κορμί! Τα χάδια σου, σαν ηλεκτροσόκ, διαπεραστικά. Δική σου απ’ την πρώτη στιγμή. Άλλωστε, το πιο πιθανόν να ήταν κι η τελευταία.

Πέρασαν μέρες εθιστικές. Κάθε βράδυ μαζί. Ερχόντουσαν τα πρωινά, το ένα μετά το άλλο, κι εμείς άυπνοι, πατούσαμε αναβολή στο τελευταίο φιλί! «Μπλέξαμε». Το ‘λεγες απ’ την αρχή. Μόνο που το γενίκευσες λίγο. Δεν μπλέξαμε. Έμπλεξα!

Ένιωσα ασφαλής κοντά σου. Ένιωσα άνετα, τρυφερά. Δε με ένοιαζε τίποτα. Έτοιμη να βαρέσω το  κεφάλι μου στον τοίχο! Εσύ, τη μία με ήθελες πολύ, την άλλη απομακρυνόσουν, έκανα, τάχα, κάτι που σε χαλούσε. Να σου πω εγώ τι σε χαλούσε. Σε χαλούσε ότι δεν ήθελες να χάσεις το σιγουράκι σου. «Αυτήν την έχω εκπαιδεύσει, πού να το πιάνω τώρα πάλι απ’ την αρχή». Και σου ‘φταιγε ένα σχόλιο στο facebook, το πώς κινούμαι και πώς φέρομαι, το πώς ανασαίνω! Ήξερες ότι δεν ίσχυαν όσα μου καταλόγιζες. Κι όμως, εκεί! Προκειμένου να με ξενερώσεις και να ξενερώσεις κι εσύ, με είχες κάνει μπαλάκι.

Με κούρασες. Δεν είμαι εγώ για τέτοια παιχνίδια. Ή περάσαμε καλά και τέλος ή θα πρέπει να κάνεις κάτι. Όμορφα κι ωραία. Απλά. Τίποτα δεν έκανες! Κάθε φορά που έφευγες, περίμενες να επικοινωνήσω. Με προκαλούσες. Με κατάφερνες. Είχες καταλάβει την αδυναμία που σου είχα. Ένα βλέμμα κι έλιωνα. Παραδινόμουν.

Κι ένα πρωί, από εκείνα που δεν είχαμε κλείσει μάτι, μου δήλωσες ότι δεν επικοινωνούμε κι ότι τα βρίσκουμε μόνο στο κρεβάτι! Κι εγώ, η δύσμοιρη, νόμιζα ότι μόνο εκεί τα χάνουμε! Πίστευα ότι ποτέ δε θα ήμουν εξίσου καλή, αλλά σίγουρα θα έβαζα τα δυνατά μου να γίνω. Αβίαστα, ξέρεις, υπό πίεση δε λειτουργώ. Να μην τα πολυλογώ, έκλεισες μ’ ένα «δεν μπορώ να χωρίσω». Το σέβομαι. Ντύνομαι και φεύγω.

Φεύγω, γιατί δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Ήσουν σαφής και ξεκάθαρος. Δε χωρίζεις, αλλά να ρίχνουμε κανένα πήδημα πού και πού! Και ξαφνικά, μου γκρέμισες την εικόνα που είχα χτίσει για σένα. Μου φανέρωσες απότομα και κοφτά τη φτήνια σου. Ευχαριστώ, δε θα πάρω! Έμεινα λίγη ώρα σιωπηλή, κοιτάζοντάς σε. Σου μιλούσα, από μέσα μου: «Σ’ αποχαιρετώ. Εύχομαι να με ζητήσεις πάλι -κι ας ξέρω ότι δε θα συμβεί. Πονάω. Θα μου λείψεις. Τι λέω, η χαζή, ήδη μου λείπεις!».

Όμως, δεν μπορώ πια να μοιράζομαι. Δεν μπορώ να δοθώ σε άλλον ούτε να δεχτώ ότι δίνεσαι εσύ! Σοκάρομαι. Πώς γίνεται την Παρασκευή να μου ζητάς απεγνωσμένα να βρεθούμε και το Σάββατο να ξαπλώνεις δίπλα σε άλλη! Μου είναι αδιανόητο, όμως, δεν εθελοτυφλώ.

Ανήκουμε σε διαφορετικές κατηγορίες. Εγώ, ξενερώνω μόνο με έναν τρόπο: Αν ένα απ’ τα δυο κορμιά ξενιτευτεί. Το κατάλαβες κι αυτό και μου το πρόσφερες απλόχερα το θέαμα. Φωτογραφίες με την καλή σου αγκαλιά στο κρεβάτι. Εντάξει, να το δεχτώ κι αυτό, ο κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνει τις επιλογές του ελεύθερα. Κι εγώ, θα παρέμενα ψύχραιμη, αξιοπρεπής. Όμως, πες μου κάτι: Γιατί συνεχίζεις να με προκαλείς;

Κι επανέρχομαι, ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς οι άνθρωποι δίνονται με τόση ευκολία. Πώς την επόμενη μέρα τ’ αναιρούν όλα. Πώς μπορούν να φιλούν διαφορετικά χείλη την ίδια μέρα! Σιχαίνομαι. Γι’ αυτό δεν μπορώ ν’ απατήσω. Γι’ αυτό μπορείς εσύ!

Είχες δίκιο, τελικά. Δεν ταιριάζαμε. Εγώ δεν ήθελα ένα φλώρο, εγώ ήθελα πάντα κάποιον που ξέρει τι θέλει κι εννοεί ό,τι λέει. Δεν ήθελα τον άβουλο, αυτόν που πηγαίνει όπου τον πάνε, αυτόν που είναι όπου φυσήξει ο άνεμος. Κι εσύ, βέβαια, δεν ήθελες δίπλα σου μια τόσο έντονη παρουσία. Δεν ήθελες να είμαι τόσο ευθεία. Σου άρεσαν οι στροφές σου, σου άρεσαν τα παιχνίδια και τα κυνηγητά.

Όχι, μωρό μου. Μπορεί να πεθαίνω για πάρτη σου, αλλά εγώ τους δράκους μου τους έχω φυλακίσει. Τα έκοψα τα πάρε-δώσε με τους νόμους και τα κρυφτά. Αντίο.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!