pwl700

Γράφει η Βασιλική Μ.

 

Βρεθήκαμε σε κοινή παρέα, εσύ αρραβωνιασμένος κι εγώ σε σχέση. Απ’ το πρώτο λεπτό σε κέρδισα, το είδα στον τρόπο που μου μιλούσες, στον τρόπο που με κοιτούσες και σε όλες εκείνες τις ευκαιρίες που γύρευες να με πλησιάσεις. Γοητεύτηκα από αυτό, δε σου το κρύβω, μα δεν έγινε κατ’ ευθείαν το κακό.

Σε μια μεγάλη κοινή έξοδο που οι σχέσεις μας έλειπαν, προσφέρθηκες να με γυρίσεις σπίτι και το δέχτηκα. Αν ήταν επιλογή ή ακατανίκητη ανάγκη να με φιλήσεις στα μισά της διαδρομής, δεν το ξέρω. Ξέρω, όμως, πως το έκανες υποχρέωσή μου να σου θυμίσω πως έχουμε σχέσεις και το έκανα. Χίλιες συγγνώμες ζήτησες, μα αντί να κόψεις επαφή, αυτές οι συγγνώμες έγιναν ο λόγος να επικοινωνείς. Πρώτα ενοχικά –δήθεν– κι έπειτα φιλικά –ας πούμε– κι ένα βράδυ μίλησες ξεκάθαρα: «Θέλω να σε δω. Πού είσαι;»

Είχαν περάσει πολλοί μήνες από εκείνο το φιλί στο αυτοκίνητο. Είχες χωρίσει κι είχες αρχίσει να τραβιέσαι με μια άλλη γνωστή μας. Είχα χωρίσει κι εγώ. Δε με ένοιαζε να μπλεχτώ μέχρι και μαζί σου. Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παιχνίδια, σου είπα πού θα ήμουν κι ήρθες με έναν φίλο σου. Στην ίδια παρέα με μένα κι η γκόμενα που τραβιόσουν.

Νόμιζε πως ήρθες για ‘κείνη. Νόμιζε πως θα τη γυρνούσες σπίτι και θα πηδιόσασταν στο αυτοκίνητο. Την άκουγα να τα λέει με όλη την αλαζονεία που θα μπορούσε να έχει μια γυναίκα που πιστεύει ότι τη γουστάρουν όλοι. Δεν είπα λέξη. Δεν τη συμπαθούσα, τ’ ομολογώ. Μου προκαλούσε αηδία και μόνο η ύπαρξή της. Ίσως το γεγονός ότι απόψε θα της έδινα ένα γερό χτύπημα στο υπογάστριο, να σπάσει και το καλάμι που είχε καβαλήσει, να λειτουργούσε διεγερτικά κι υπέρ σου.

Ήρθες. Της είπες ένα «γεια» και την απέφυγες. Ήρθες κοντά μου. Πολύ κοντά μου, μα δεν κουνήθηκα. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι παίζει μεταξύ μας, το ίδιο κι εκείνη, μα δε σ’ ένοιαζε. Εσύ μου το είπες, όταν σχολίασα ότι την πληγώνεις.

Το ήξερα πως είσαι κάθαρμα, αλλά εκείνη την στιγμή μάλλον με ερέθιζε. Σταμάτησα να μετράω τι έπινα. Άρχισες να με κρατάς γιατί είχα πιει πολύ. Εκείνη βούρκωσε και πήρε τον «επίσημό» της να έρθει να την πάρει. Νόμιζε πως θα σε πικάρει αν τον έβλεπες, μα σου ήταν αδιάφορο. Απόψε ήθελες εμένα. Αύριο μπορεί να ήθελες μιαν άλλη, αλλά δε μ’ ένοιαζε διόλου.

Πριν καλά-καλά το καταλάβω βρεθήκαμε στις τουαλέτες να κάνουμε σεξ. Χωρίς προκαταρκτικά, χωρίς να χάνουμε χρόνο. Άγριο σεξ στα όρθια. Τελειώσαμε σε δευτερόλεπτα, αλλά δε μας έφτανε. Πήγαμε στο σπίτι ενός φίλου σου και συνεχίσαμε. Χωρίς μπλα-μπλα, χωρίς ιστορίες, χωρίς κενές υποσχέσεις και γλυκόλογα. Ήταν ξερό, άγριο, ωμό σεξ κι ήταν αυτό που ήθελα. Όχι το καλύτερο της ζωής μου. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα τίποτα περισσότερο. Εσύ, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί και να ήθελες.

Αφού τελειώσαμε έκανες να με πάρεις αγκαλιά, έκανα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί με άναβε το ότι φερόσουν σαν ένα κοινό κάθαρμα. Ήμουν ίδια με σένα. Ένα κοινό κάθαρμα του αντίθετου από σένα φύλου. Μοιάζαμε σαν να φτιαχτήκαμε απ’ το ίδιο σκάρτο υλικό. Σκουπίδια κι οι δύο, αλλά ευχαριστημένα σκουπίδια. Είπες θες να με δεις πάλι αύριο. Είπα «θα δούμε», που ξέρεις πως σημαίνει «όχι», μα μου έστειλες μήνυμα την άλλη μέρα μόλις ξύπνησες.

Σε εκείνο το μήνυμα απάντησα δυο μέρες μετά. Βρεθήκαμε για σεξ και μου πες πως θες περισσότερα. Πως για σένα δεν ήμουν σαν τις άλλες, πως με γουστάρεις, πως με θες, μα δεν ένιωσα ξεχωριστή. Ξενέρωσα. Έπαψες να είσαι ένα γοητευτικό κάθαρμα. Έγινες σαν τους άλλους. Δε γούσταρες εμένα. Γούσταρες που δεν μπορούσες να με κατακτήσεις. Γούσταρες γιατί δεν είχα κολλήσει μαζί σου. Γιατί σου έκανα όσα είχες κάνει κι εσύ.

Έπαψα να βλέπω σε σένα εμένα. Εγώ είχα επίγνωση της συναισθηματικής μου αναπηρίας. Είχα επίγνωση για το τι κάνω. Εσύ όχι. Ήσουν ένα κάθαρμα από συνήθεια κι όχι από επιλογή κι εγώ ήθελα να είσαι συνειδητά καθίκι για να μη νιώθω τύψεις να είμαι το ίδιο. Σε ήθελα καθίκι για να μην αισθανθώ τίποτα. Σε ήθελα όσο πιο κάθαρμα γίνεται γιατί δεν είχα καμία πρόθεση να είμαι εντάξει.

Τα καθάρματα δεν πονούν, δεν πληγώνονται, δε νιώθουν τύψεις. Τα καθάρματα είναι ευτυχισμένα μέσα στην ίδια τους την επιφανειακή οντότητα. Τα καθάρματα σαν εμάς περνούν καλά και δεν τους καίγεται καρφί, έτσι δεν είναι;

Εσένα, όμως, σου καιγόταν. Τα ξαναβρήκες για λίγο με την πρώην σου και πήρες την επιβεβαίωση που σου στερούσα. Δεν άργησες να με ψάξεις, μα δε με βρήκες. Δε βρήκες το κάθαρμα που ήμουν. Αυτό το σκότωσα όσο συνειδητά το γέννησα. Δεν ήμουν ποτέ για σένα, μωρό μου, όσο κι αν το απόλαυσα. Ήμουν για το κάθαρμα που νόμιζα πως ήσουν.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!