Γράφει η Βάνα.

 

Θυμάμαι που πρόσεχα μέχρι και την ανάσα μου για να μη σε ξυπνήσω. Που σηκωνόμουν αργά για να μην ταραχτείς. Που μετρούσα και τους χτύπους της καρδιάς σου για να ξέρω πως είσαι καλά. Που περίμενα να κοιμηθείς πρώτος, γιατί ήθελα να σε κοιτάξω λίγο πριν να κοιμηθώ κι εγώ.

Που γινόμουνα μελό για ‘σένα. Που άλλαζα τους κόσμους μου και τις κοσμοθεωρίες μου για να χωρέσω κάπου στις δικές σου. Που σπρωχνόμασταν για να χωρέσουμε δυο κόσμους σε ένα μόνο κρεβάτι. Που άλλαξα το αγαπημένο μου ποτό και το αγαπημένο μου χρώμα για να είμαστε λιγάκι πιο συμβατοί.

Θα άλλαζα κι άλλα, μόνο που δεν πρόλαβα. Θυμάμαι που πάντα έτρεχα για να σε φτάσω. Εσύ πάντα ένα βήμα μπροστά μου. Εκεί που νόμιζα πως σε είχα και πως σε κατάφερα, εκεί που ένιωθα την ικανοποίηση της κατάκτησης, μου την έφερνες. Φαινόσουν εσύ ο πιο δυνατός και ο πιο θαρραλέος. Κι εκεί που έλεγα πως είμαστε δίπλα-δίπλα, γυρνούσα να σε κοιτάξω κι ούτε μια φορά δε σε βρήκα εκεί. Φοβόμουν να σε δω, φοβόμουν να ανακαλύψω πού ήσουν. Σίγουρα δε θα ήσουν εκεί που ήθελα.

Πάλευα για να βρεθούμε στην ίδια ευθεία. Έστω σε παράλληλη για να μπορώ να σε κοιτάζω. Πώς να σε κοιτούσα αν ήσουν πάντα μπροστά μου ή ακόμη χειρότερα μίλια μακριά μου; Αγώνας δρόμου ήμασταν. Μα οι έρωτες δεν είναι τέτοιοι -ή μήπως είναι;

Τρέχαμε –ή μάλλον έτρεχες– σε μια κούρσα που εγώ δεν έβλεπα το τέρμα. Κι αν δεν έβλεπα το τέρμα, πώς να ήξερα πού να γκαζώσω και πού να φρενάρω; Αν δεν έβλεπα το στόχο, πώς να ήξερα προς τα πού να κοιτάζω; Γι’ αυτό σ’ ακολουθούσα στα τυφλά. Πάντα οδηγούσες κι εγώ ακολουθούσα.

Κι εγώ δεν είμαι έτσι. Θα μου πεις έτσι κατάντησα. Μα δεν είμαι έτσι! Πώς το λέμε; Κάποτε κουράστηκα να τρέχω. Και νόμιζα (για κοίτα!) πως κι εσύ θα κουραζόσουν. Υπάρχει άνθρωπος μου να μην κουράζεται να τρέχει; Έτσι πίστευα. Μα τελικά υπάρχει. Εσύ. Πόσο πια να τρέξεις; Και στην τελική τρέχεις για πού; Σίγουρα συνεχίζεις ακόμη.

Λένε πως οι άνθρωποι όταν ερωτεύονται κολλάνε, αράζουν, δένουν σε λιμάνια. Με τα λίγα μαθηματικά που ξέρω, λοιπόν, εσύ δεν ερωτεύτηκες. Σκληρό αποτέλεσμα. Ούτε το δικό μου γερό στομάχι δεν το αντέχει.

Σκέφτομαι τι έκανα λάθος, μα μετά θυμάμαι πως ο έρωτας δε φτιάχνεται, ούτε γίνεται. Αν είναι έρωτας, είναι. Αν δεν είναι, γάμα τα. Δεν έψαξα σε ‘σένα ποτέ μου ένα λιμάνι. Κι ας λένε πως αυτό είναι έρωτας. Θα μου έφτανε να τρέχαμε, αρκεί να τρέχαμε μαζί. Να μην ήταν αγώνας δρόμου, να ήταν βόλτα.

Δεν ήταν. Ακόμη ένα σκληρό αποτέλεσμα. Τ΄ άντεξα, όμως, δεν είχα επιλογή. Μου τη σπάει, όμως όταν, πού και πού, περνάς από δίπλα μου τρέχοντας. Ξέρω πια πως δε θέλω καν να προσπαθήσω να σε ακολουθήσω. Αλλά ζηλεύω εκείνον τον έρωτα που θα βρεις -γιατί θα τον βρεις. Τον ζηλεύω πριν να γίνει πραγματικότητα. Γιατί θ’ αράξεις εκεί. Κι ήθελα τόσο πολύ να ήμουν εγώ ο έρωτάς σου. Μα δεν είμαι. Κι όσο πιο πολλές φορές το πω, τόσο καλύτερα θα το αποδεχτώ.

Αλλά να, κάποιες φορές –κάποιες λέω– θα ‘θελα να μετρούσα ξανά τους χτύπους της καρδιάς σου και να νιώσω έτσι για λίγο πως είμαι εγώ το τέρμα σου. Πως πέρασες επιτέλους τη γραμμή τερματισμού κι ήμουν εκεί για να σε χειροκροτήσω και να σου δείξω το δρόμο για το σπίτι. Εγώ μπροστά κι εσύ πίσω.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη