pwl175

Γράφει η Αθηνά.

 

Πάντα είχα την εντύπωση ενός υπομονετικού ανθρώπου. Με χαρακτήριζαν καλή, συμπονετική και συναισθηματική. Τα επιβεβαιώνω όλα αυτά κι είμαι περήφανη που πρεσβεύω αυτές τις λέξεις.

Ακριβώς επειδή είμαι όλα τα παραπάνω, παρουσιάστηκα κι σε σένα με αυτόν τον τρόπο. Δεν κράτησα τίποτα για μένα και σου αποκαλύφθηκα γρήγορα κι εύκολα. Και κλασικά, την πάτησα. Κάποτε ένιωθα ικανοποίηση για όσα σου προσέφερα, γιατί ήταν κάτι που το ήθελα και το μότο μου ήταν «όσα περισσότερα δίνεις, τόσο καλύτερα θα κοιμάσαι το βράδυ».

Εγώ, όμως, δεν κοιμάμαι πια το βράδυ. Κι όταν το κάνω ο ύπνος μου είναι ταλαίπωρος, εξουθενωτικός, με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να νιώθω κομμάτια. Το τελευταίο διάστημα τα είχα καταφέρει. Κοιμόμουν ήσυχη, χωρίς κανένα μαύρο σύννεφο στο μυαλό μου. Η χθεσινή νύχτα, όμως, ήταν το κάτι άλλο.

Μετά από πολύ καιρό ξύπνησε μια ιδιαίτερη ανάγκη μου να έρθω σε επαφή μαζί σου. Κρατήθηκα όσο μπορούσα για να μην αρπάξω το αυτοκίνητο κι οδηγηθώ στο μέρος σου. Έτσι και καθώς το να κοιμηθώ ήταν αδύνατον, άνοιξα το συρτάρι κι άρπαξα το πακέτο με τα τσιγάρα.

Άναψα ένα, πήρα χαρτί και στιλό για να βγάλω αυτά που έχω μέσα μου. Καθώς κανείς δε με ακούει πια, κανένας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό που αισθάνομαι για σένα. Έχω γράψει τόσο πολύ στη ζωή μου για το άτομό σου, που πραγματικά δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω. Τι να πω; Τα ίδια και τα ίδια;

Σιγά-σιγά οι πρώτες λέξεις άρχισαν να γράφονται, αλλά το μελάνι απ’ το στιλό ήταν κάπως θαμπό και τα γράμματά μου δεν ήταν καθαρά. Λες και δε με ήθελε, ρε παιδί μου. Λες κι αυτό το γράμμα δεν έπρεπε να γραφεί. Άλλαξα στιλό, πήρα ένα καινούριο χαρτί και το όλο πράγμα απ’ την αρχή.

Πάλι δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω. Είναι εκείνες οι στιγμές που θες να γράψεις τα πάντα μέσα σε μία σελίδα, αλλά ταυτόχρονα δε σου βγαίνει τίποτα. Μέχρι η σκέψη μου να πάρει μια ροή, άναψα κι άλλο τσιγάρο. Αυτό το άτιμο. Τόσο καιρό προσπαθώ να το κόψω και δεν μπορώ. Σαν να είναι ο καλύτερός μου φίλος και δεν μπορώ να τον αποχωριστώ.

Σπάω, λοιπόν, το κεφάλι μου ποια λέξη θα τοποθετηθεί πρώτη στη λευκή σελίδα. Και πάλι τίποτα. Αποφασίζω να βάλω ένα ποτηράκι αλκοόλ, να χαλαρώσει λίγο το μυαλό μου και ξαναπροσπαθώ.

Έτσι, ξεκινάω με το ρήμα «θέλω». Μα βέβαια, με ποιο άλλο θα μπορούσα να ξεκινήσω, αφού εκείνη την ώρα έβραζα σαν να με είχαν βάλει μέσα στην κατσαρόλα. Ήμουν τόσο σκασμένη, άσχετα αν έξω είχε ένα πανέμορφο φεγγάρι, που τρελαίνομαι να το κοιτάζω.

Γράφω, λοιπόν, πως θέλω. Τι θέλω, όμως; Δεν ξέρω· ή μάλλον ξέρω, αλλά δεν μπορώ να στο πω κατάμουτρα, καθώς έχω καταντήσει κουραστική. Επομένως, δε στέκει και να το γράψω. Πόσες φορές να στο πω και πόσες να το γράψω; Ήθελα αυτά που θα λέω μέσα στο γράμμα να είναι πρωτότυπα, διαφορετικά απ’ όσα σου έχω πει.

Πάντα σου έλεγα τι με προβληματίζει. Για έναν περίεργο λόγο πάντα σε αναζητούσα για να σου πω πως δεν είμαι καλά, κι ας ήσουν εσύ η αιτία. Επειδή, δεν μπορούσα να συνεχίσω, άφησα κάτω το στιλό. Κι αποφάσισα να σου στείλω μήνυμα.

Έτσι κι έκανα, σου έστειλα χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού πάντα αν ήθελα να κάνω κάτι, το έκανα χωρίς κανένα δισταγμό, χωρίς καμιά αμφιβολία. Απάντηση δεν πήρα φυσικά, αλλά δε με πείραξε. Αφού εγώ η ίδια απομακρύνθηκα και σταμάτησα να σου λέω μέχρι και «γεια» όταν σε έβλεπα έξω. Μπορεί και να προχώρησες κιόλας, λογικό.

Και μήνυμα που σου έστειλα, δεν ήξερα τι να σου πω. Απλά ένιωθα την ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σου. Αυτό και τίποτα παραπάνω. Και να μου απαντούσες μπορεί να μη συνέχιζα τη συζήτηση. Δεν απάντησες, επομένως ούτε αυτό έκανα εκείνο το βράδυ.

Ξαναγύρισα στο γραπτό μου και προσπάθησα να συνεχίσω αυτό που ξεκίνησα, το ρήμα θέλω. Αμέσως μετά το θέλω συνήθως ακολουθεί το «να» κι επομένως το τοποθετώ κι αυτό δίπλα. «Θέλω να» και μετά πάλι δεν ήξερα τι να γράψω.

Σκέφτηκα να πω θέλω να σε δω και δε με νοιάζει τίποτα, αλλά κι αυτό δε μου κολλούσε. Μετά έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει. Κι η επόμενη σκέψη μου ήταν πως θέλω να φύγω. Γενικά το τελευταίο διάστημα έχω τάσεις φυγής. Λίγο που δεν είμαι και στα καλύτερά μου, λίγο ότι δεν υπάρχει καμία επαφή μαζί σου πια, είμαι κάπως απογοητευμένη και θλιμμένη.

Γράφω, λοιπόν, πως θέλω να φύγω. Και να που σκάει κι η λέξη «μακριά» από δίπλα. Κι αμέσως το μυαλό ξεκόλλησε. «Θέλω να φύγω μακριά από σένα». Δεν το είχα ξαναγράψει ποτέ αυτό. Ήθελα να συνεχίσω, καθώς πήρα φόρα.  Έπεσε, όμως, στάχτη πάνω στο χαρτί και φύσηξα λίγο για να καθαρίσει. Μια μαύρη στάμπα σχηματίστηκε δίπλα απ΄το «από σένα». Κι έτσι δε χρειάστηκε να εξηγήσω καν τους λόγους. Πήγα να κοιμηθώ.

Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!