Κάπου το διάβασα, μπορεί κι εδώ μέσα σε κάποιο κείμενο. «Αν τα εισιτήρια ήταν δωρεάν, δε θα με ξαναβλέπατε». Κι αν η γιαγιά μου είχε όρχεις, το ξέρετε το υπόλοιπο. Δυστυχώς για όλους μας, η μόνη περίπτωση που έβρισκες δωρεάν εισιτήρια ήταν πριν δέκα χρόνια απ’ τον βουλευτή της περιφέρειάς σου για να πας να τον ψηφίσεις στις εκλογές, κι αυτό ήταν στην ιδιαίτερη πατρίδα σου που την έχεις δει χίλιες φορές. Για όλα τα υπόλοιπα, ή θα περιμένεις να κερδίσεις το λαχείο, ή θα τα μαζεύεις ταληράκι-ταληράκι.

Όλοι έχουμε τον κουμπαρά μας. Άλλοι κουμπαράδες γράφουν «αμάξι», άλλοι «τατουάζ», άλλοι «ανακαίνιση». Υπάρχουν κι εκείνοι που γράφουν «ταξίδι», κι οι συγκεκριμένοι γεμίζουν κι αδειάζουν όχι μόνο μια φορά, αλλά όσες περισσότερες αντέχει η τσέπη μας και το κορμί μας.

Θα μου πεις «τι μας λες κι εσύ ρε μπαγλαμά, εδώ ο κόσμος δεν έχει να φάει κι εσύ μας λες για ταξίδια». Ναι, ίσως και να έχεις δίκιο. Αλλά βλέπεις όπως κάποιοι ακόμα κι αν δεν έχουν να φάνε, το μπουζουκάκι τους θα το ρίξουν το σαββατόβραδο, έτσι και κάποιοι άλλοι ακόμα κι αν πρόκειται να μείνουν νηστικοί, θα προτιμήσουν να δουν τον ήλιο να πέφτει απ΄όσα το δυνατόν περισσότερα σημεία προλάβουν στη ζωή τους.

Οι δικές μου «πεταλουδίτσες» φτερουγίζουν σε terminal αεροδρομίων, σταθμούς τρένων ή υπεραστικών λεωφορείων, στο κάθισμα του αυτοκινήτου ή τη σέλα της μηχανής. Είτε μόνος είτε με κάποιον δικό μου άνθρωπο να καταπίνουμε τα χιλιόμετρα το ένα μετά το άλλο, για να βρεθούμε σε τόπους που θα συνδέσουμε με ευχάριστες αναμνήσεις μόνο, που δε θα δούμε μπροστά μας όλες εκείνες τις σκατόφατσες που μας δημιουργούν τις αντίστοιχες δυσάρεστες.

Και μετά απ’ όλα αυτά, θα γυρίζουμε πίσω στη μαύρη πραγματικότητα με κάτι μούτρα μέχρι τα γόνατα, αλλά με μια φωτογραφική γεμάτη εικόνες και μια ψυχή γεμάτη αναμνήσεις. Για μένα οι σχέσεις από απόσταση δεν είναι ανασφάλεια και νοσταλγία, αλλά η αφορμή να διανύσω όσο δρόμο χρειαστεί για να βρω τον άνθρωπό μου, κι η ευκαιρία να «αποστειρώσω» τον έρωτα μακριά απ’ την μπόχα της δικής μου καθημερινότητας.

Λυπάμαι αυτούς που δεν τους αρέσει να ταξιδεύουν. Μου θυμίζουν κάτι αγοραφοβικές γιαγιάδες που έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στο χωριό και θεωρούν ταξίδι το να κατέβουν για ψώνια στην πλησιέστερη πόλη. Που, λίγο καιρό πριν αυτός ο κόσμος γίνει και κυριολεκτικά μια χαβούζα, χάνουν την ευκαιρία να τον δουν.

Ακόμα περισσότερο από αυτούς, λυπάμαι όσους ταξιδεύουν για λόγους επαγγελματικούς. Τους ξεχωρίζεις πανεύκολα. Με ένα tablet ή ένα φάκελο στο χέρι, πολλές φορές ντυμένοι για το ραντεβού τους, το οποίο πιθανότατα θα είναι ορισμένο μισή ώρα μετά την άφιξή τους, να ψάχνουν αλλόφρονες για το powerbank μη μείνουν από μπαταρία. Καρφωμένοι πάνω από τις σημειώσεις τους, το ταξίδι γι’ αυτούς είναι απλά μια «μετάβαση», κατά την οποία ακόμα και μετεωρίτης να περάσει δίπλα στο παράθυρό τους, δε θα τον πάρουν χαμπάρι. Μια απ’ τις μεγαλύτερες απολαύσεις για έναν άνθρωπο, γι’ αυτούς είναι ό,τι είναι και το σεξ για μια πόρνη.

Φτάσαμε στο σημείο που δε μας ικανοποιεί τίποτα. Κλεισμένοι στα σπίτια μας καβάλα σε μια οθόνη όλη μέρα να «ζούμε», να ερωτευόμαστε και να εκφραζόμαστε μέσα απ’ το ίντερνετ. Ακόμα κι όταν βγαίνουμε από αυτό, εξακολουθούμε να είμαστε προσκολλημένοι στο ίδιο μαραφέτι, χάνοντας όση ομορφιά μπορεί να βρίσκεται έξω απ’ το παράθυρό μας, ή ακόμα και στο διπλανό μας τραπέζι.

Όπως κοιτούσε η γιαγιά μου το εικονοστάσι της όποτε ήθελε να πάρει δύναμη κι έκανε τον σταυρό της, έτσι κι εγώ κοιτώ μια βαλίτσα, μόνιμα έτοιμη δίπλα στην πόρτα μου. Τη βαλίτσα που μετράω τις μέρες που υπολείπονται για να την πάρω παραμάσχαλα, να κλείσω την πόρτα πίσω μου και να πάω να βρω την ηρεμία, τη διασκέδαση, τον έρωτα, ή ό,τι άλλο με έχει φέρει στην απόφαση να πάω να συναντήσω.

Μπορεί το μάτι μου να είναι μόνιμα μισόκλειστο απ’ την κούραση, αλλά το μυαλό μου κι η μνήμη μου είναι γεμάτα από εμπειρίες κι εικόνες. Διαολοσκορπίσματα θα πει ο ένας, ανωριμότητα θα πει ο άλλος. Να βράσω τους ακριβούς καναπέδες και τις εξηντάρες τηλεοράσεις σας, να βράσω τα χρυσά κλουβιά που μας έπεισαν ότι είναι το όνειρο.

Δεν αξίζουν ούτε το βάρος τους σε παλιοσίδερα μπροστά σε ένα «σ’ αγαπώ» στην κορυφή ενός βουνού την ώρα που ο ήλιος χάνεται στη δύση του. Δεν αξίζουν ούτε μισό ευρώ μπροστά στο μήνυμα που λέει «αναχωρούμε, σε δυο ώρες θα είμαι εκεί». Μπορεί να είναι μια ζωή ακούραστη, βολική, που ό,τι της έχεις υποβάλλει ότι χρειάζεται να βρίσκεται σε απόσταση δυο βημάτων ή δυο κλικ μακριά, δεν είναι όμως ζωή, αλλά επιβίωση.

Όπως η ρουτίνα σκοτώνει τον έρωτα, έτσι κι η στασιμότητα ροκανίζει τη θέληση για πραγματική ζωή. Και πραγματική ζωή δεν είναι ούτε οι πισίνες, ούτε οι 3d τηλεοράσεις. Ζωή είναι αβεβαιότητα, αναζήτηση, ενέργεια.

Δείτε λοιπόν τον κόσμο απ’ τις υψηλής ευκρίνειας οθόνες σας, όλοι εσείς που το έχετε επιλέξει. Όσα χρώματα και να έχουν, δε θα αποκτήσουν ποτέ ούτε μυρωδιά, ούτε αφή, ούτε αίσθηση. Κι αφήστε εμάς τους υπόλοιπους να πρωταγωνιστούμε στα βίντεο που θα παρακολουθείτε απ’ τον αναπαυτικό καναπέ σας.

 

Επιμέλεια Κειμένου Αλέξη Φαραντούρη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Αλέξης Φαραντούρης