H πιο σημαντική λέξη από όλες τις λέξεις που αρχίζουν από άλφα είναι η λέξη άντρας. Μουγκρίζει η λέξη άντρας και γρατσουνάει με τα γένια της τη γλώσσα όπως την προφέρεις.

Ο άντρας δεν μπορεί να γεννήσει και δεν πρέπει να γεννά τίποτε. Όχι παιδιά μονάχα, μα και λέξεις. Δεν πρέπει να είναι καλλιτέχνης ο άντρας.
Αν, σώνει και ντε, ο άντρας θέλει να αγγίξει ερωτικά την τέχνη, σα να τανε γυναίκα του, ας πιάσει κανένα όργανο, ιδίως μπουζούκι.

Οι άνθρωποι που είναι καλλιτέχνες και τυχαίνει να γεννήθηκαν άντρες δεν είναι άντρες. Είναι ένα πανέμορφο υβρίδιο. Αλλά ο άντρας είναι ένα ποτό που πίνεται σκέτο. Βότκα σκέτη. Ντάνιελς σκέτο. Και ίσως, ούτε και με πάγο.

Ο άντρας είναι για να προκαλεί, όχι για να δημιουργεί. Να προκαλεί παιδιά, μεθύσι και διάφορα άλλα τέτοια. Γι’ αυτό και η λέξη προκλητικότητα ταιριάζει πολύ με τη λέξη άντρας.

Ο άντρας πρέπει να έχει ύψος στο σώμα του για να ισοφαρίσει με τον κοντό του νου.

Πρέπει να είναι ακάματος για να ισοφαρίσει με τις μονίμως αποσταμένες του διαθέσεις για φιλοσοφία.

Ο άντρας πράττει, δεν ομιλεί. Ο άντρας λύει, δεν αναλύει. Τα δεμένα σαν κόμπους προβλήματα του κόσμου και της γυναίκας.

Η λέξη άντρας μοιάζει να λειτουργεί σωστά όταν συνέχεται με τη λέξη αφυδάτωση. To νερό είναι το

νεαρόν ύδωρ το οποίο ρέει μέσα σε κάθε σώμα ανθρώπου, αλλά ιδίως στο γυναικείο οφείλει να ρέει και μάλιστα, να απεκδύεται την υδάτινη ιδιότητά του και με χυμό να ομοιάζει.

Ο άνδρας οφείλει να αφυδατώσει τη γυναίκα είτε προκαλώντας εκκρίσεις υγρών από το γεννητικό της όργανο, το οποίο καλύτερα να μην το αντιμετωπίζει ως γεννητικό, είτε προκαλώντας εκκρίσεις υγρών από τα αληθινά γεννητικά όργανα της γυναίκας, τα μάτια, που ως άλλα πόδια φυτρωμένα κάτω από την κοιλιά-εγκέφαλο γεννούν βλέμματα, αφού πρώτα ρουφήξουν εικόνες γόνιμες από τον έξω κόσμο, τον σκληρό.

Ο άντρας προξενεί εκκρίσεις νερού από τα μάτια, κατά την απουσία του ή, ακόμα, κατά την έντονη παρουσία του δίπλα στο θήλυ. Ρέπει αυτό στις κάθε είδους αφυδατώσεις και αναλαμβάνει όμορφα όμορφα το αρσενικό να τις επιτελέσει.

Κι έτσι το αρσενικό επιβεβαιώνει την ομοηχία του με το περίφημο δηλητήριο, γιατί κατορθώνει να δηλητηριάσει τη γυναίκα αδειάζοντάς την από περιττά ή λιγότερο περιττά υγρά και αφήνοντάς τη διψασμένη ή ακόμα χειρότερα περνώντας της την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου του καθώς γυμνοί ξαποσταίνουν πάνω σε ένα σεντόνι μαζί. Ή ακόμα χειρότερα, φιλώντας τη δίχως έλεος στο στόμα, απομυζώντας το σάλιο της.

Χρόνια νωρίτερα, καλομαθαίνουν στο μητρικό στήθος το μεθύσι του γάλακτος κι έρχεται ένα βράδυ που βαριούνται και να σηκωθούν για να γεμίσουν ένα ποτήρι νερό για την καλή τους. Την όμορφη, αφυδατωμένη καλή τους.

Φύλου συντριπτικά ανδρικού είναι και οι αλήτες. Σε μια αστεία-λόγω δυσκολίας-απόπειρα να προσεγγίσω την έννοια αλήτης, θα έλεγα ότι είναι ο μη ανήκων πουθενά. Αλλά και αυτός που τούτη του την αδυναμία την ερμηνεύει αλλιώς: ότι παντού χωράει. Εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει ότι αγαπάει-ά: ότι αρκείται σε. Παρελθόν, γιατί όχι και παρόν, παραβατικό.

Δυνατός. Καπνιστής. Στραβοφτιαγμένος-διότι, η ωραιότητα της μορφής του δένει αγέρωχα με την αλητεία του.

Μηχανόβιος. Πολλές φορές έχει υπάρξει θύμα και θυσιάζει στο βωμό των θυμών του την καλοσύνη του: ενίοτε, λοιπόν, του Κακού υπηρέτης. Να λαμβάνει όλο επιθυμεί.

Δυσκολοκόρεστος. Μα αν είναι να διαβεί το φαράγγι του «δούναι», ολάκερος προτιμά να δοθεί. Εραστής του γρήγορου. Ξεφυλλίζει, δε μελετά. Παρατηρεί, δεν παρακολουθεί. Αμετροεπώς σιωπηλός, καθώς αποτυχημένος χρήστης της γλώσσας των λέξεων. Μιλάει, με τη γλώσσα του στόματος φιλώντας. Γαμάει, του σώματος τη γλώσσα χρησιμοποιώντας.

Φίλοι ,αλκοόλ και νικοτίνη. Πιέζει, δεν πιέζεται. Εθισμένος στη Νίκη και το Όχι. Αν τυχόν ηττηθεί, αν τυχόν πράξει το «ναι», μοιάζει εκείνη την ίδια στιγμή σαν πληγωμένο ζώο που σκούζει. Σέβεται την Ιδέα, στοργικά την αγκαλιάζει.

Μπερδεύει, κάποτε, τη μαμά με τη γυναίκα, κρεμάμενος σαν εκκρεμές απ’ το Βυζί που τον κάνει να κλείνει τα μάτια. Προσπαθεί, όμως, τίμια να φέρεται σαν άντρας.

Ευερέθιστος. Απατεών. Μετανοών ψεύτης. Μετά τα τριάντα, ράθυμος. Νοσταλγός ενός κάποιου άπιαστου. Θηρευτής της πρόκλησης. Εύκολα βαριέται.

Αγαπά το χρώμα, το γέλιο, το γρίφο μονάχα όταν συμπεριλαμβάνεται και αυτός. Ταξιδεύει. Λίγο. Αλλά ταξιδεύει. Φοβάται το Χρόνο. Μόνο.

Μπορεί να ονειρεύεται, αλλά την αφή του θέλει σε κάποιο ταβάνι να ξαποσταίνει. Σπανίως, το ταβάνι αυτό είναι διάτρητο από αστέρια. Συνηθέστερα, σοβάδες πέφτουν σαν πέτσες. Καταπάνω του και τον πλακώνουν.

Τον συγκινούν τα παιδιά: είναι τ’ αδέρφια του. Νομοθέτης του εαυτού του, δύσπιστος σε ξένων κώδικες. Δύσκολα ξεχνά, τον ενοχλούν οι ανοιχτοί λογαριασμοί.

Αν ήταν χρώμα, θα ήταν αυτό της σκόνης. Αν ήταν κάποια άλλη λέξη, θα ήταν η νύχτα. Βιωματικά, ταιριάζει με τις έννοιες: τσιγγάνος, μάγκας, απροσάρμοστος, επικίνδυνος. Απωθεί σαν το σκόρδο τους βρικόλακες τις έννοιες: επαίτης, καλλιτέχνης, αγωνιστής, εξαρτημένος.

Καθώς ένα σκοτεινό δωμάτιο, το φως του έρωτα τον βάφει λαμπερό και αποκαλύπτεται λίγο λίγο. Γδύνεται αργά και πολλά ρούχα φοράει. Η ψυχή του θαμπή και ακατάληπτη. Το σώμα του, (α)γωνιώδες. Τα χέρια του, δυο ξεχωριστά σώματα με πέντε πόδια. Η μυρωδιά του, πεταλούδας με ταλαιπωρημένα φτερά, χνουδωτής, στυφής και εύθραυστης. Η γεύση του, τελευταίας τζούρας από τσιγάρο που τυλίχτηκε σε σελίδα με ποίηση καταραμένου.

Ο αλήτης όταν αναγκάζεται από το θάνατο να εγκαταλείψει τη λυσσαλέα του σάρκα, σκαρφαλώνει στον ουρανό και κατευθύνει με τις παλάμες του το φως του ήλιου για το πώς θα πέφτει πάνω στα σύννεφα. Ο Θεός τού κρατά μούτρα για μια αιωνιότητα.

Μα εκείνος, βάζει μουσική στα ακουστικά του και μόνος του με κλειστά μάτια σιγοτραγουδά τα Χαμοπούλια του Μπάση.

Του λείπουν οι άνθρωποί του, οι δρόμοι του, το γκρι του σώμα, η μεγάλη του γλώσσα.

H Γεωργία Δρακάκη είναι συγγραφέας.