paul2924

«Δεν πρόκειται να ξαναπιώ τόσο» μουρμουρίζεις μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, καθώς πριονοκορδέλες κάνουν πάρτι μέσα στο κεφάλι σου και το στομάχι σου μοιάζει να θέλει να σε εκδικηθεί για κάτι ανεπανόρθωτο που κάποτε του είχες κάνει. Μία ειλικρινέστατη και τόσο πονεμένη φράση που, όμως, ποτέ δεν τήρησε κανείς, λες κι η κόλαση του χανγκόβερ σβήνεται αυτομάτως απ’ τη μνήμη μας με το που συνερχόμαστε, και φτου κι απ’ την αρχή.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ξεφύγει κανείς περνώντας απ’ το απλό κεφάλι στο «λιώμα έγινα κι απόψε». Πολλές φορές δε χρειάζεται καν λόγος κι όταν απλά περνάμε καλά με φίλους μοιάζει σαν να ‘χουμε ανάγκη να ξεφύγουμε απ’ τα όριά μας, να ξεδώσουμε, να ξεσαλώσουμε, να μη μας νοιάζει για λίγο τίποτε και κανένας. Πόσο μάλλον φυσικά αν περνάμε ζόρια, νταλκάδες, άγχη, ανεκπλήρωτους έρωτες, χωρισμούς και τα συναφή.

Την ώρα που πίνεις και παραδίνεσαι σιγά-σιγά στη γλυκιά χασούρα του αλκοόλ, σπάνια θα σκεφτείς την επόμενη μέρα. Είναι ωραίο να αισθάνεσαι πού και πού εκτός ορίων, να γυρνάς ξανά στα εφηβικά και πρωτοφοιτητικά σου χρόνια όταν τα ξενύχτια ήταν καθημερινότητα και δε χρειαζόταν να σκας για το παραμικρό, είναι ωραίο να νιώθεις πως κι εσύ έχεις δικαίωμα να ξεφύγεις, να κάνεις μαλακίες, χωρίς να σε κρίνει κανείς, είναι ωραίο να απελευθερώνεσαι πλασματικά έστω για λίγο, καταστρέφοντας τα στεγανά της ρουτίνας ενός ενήλικα. Οι τρέλες κι οι ιστορίες που χτίζονται μέσα απ’ τα έξαλλα βράδια μας είναι δικαίωμα του καθενός όταν, φυσικά, υπάρχει το απαραίτητο μέτρο.

Καλά μέθυσες απόψε, λοιπόν. Αύριο τι γίνεται; Κι άντε αν είναι Κυριακή, κάπως σώζεται η κατάσταση, αφού έχεις πιθανότατα την πολυτέλεια να κάτσεις να ξεψυχήσεις με την ησυχία σου μέχρι όποια ώρα γουστάρεις. Έτσι και κάνεις το λάθος να τα τσούξεις καθημερινή, όμως, ενώ την επόμενη έχεις σχολή, δίνεις μάθημα ή –το χειρότερο όλων– δουλεύεις, ένα έχω να πω: Ούτε ψύλλος στον κόρφο σου. Έρχεται εκείνη η αποφράδα ώρα που χτυπάει αλύπητα το ξυπνητήρι σαν κατάρα κατευθείαν μέσα στο μυαλό σου κι εσύ το μόνο που θέλεις είναι απλώς να πεθάνεις ήσυχος στο μαξιλάρι σου, καθώς όλα γύρω σου γυρίζουν και δεν είναι «μέρες, νύχτες, μήνες, χρόνια» (το κουπλέ δικό σας), είναι η μαύρη σου η μοίρα με τη μορφή χανγκόβερ. Καλά να πάθεις, θα σου πούνε. Άδικο δεν έχουν. Αλλά κι εσύ πέρασες τόσο γαμάτα χτες και γούστο σου, ρε αδερφέ, να μη σου καίγεται καρφί για λίγο.

Σίγουρα, αν έχεις σχολή σου περνάει απ’ το μυαλό να μην πατήσεις καν. Εφόσον σε παίρνει, τελικά το εφαρμόζεις, γυρίζεις πλευρό και συνεχίζεις τον αυτοβασανισμό έχοντας καλού-κακού και μια λεκάνη αγκαλιά για την κακιά την ώρα. Βαρυγκωμάς, βλαστημάς, καταριέσαι, δε σε χωράει ο τόπος αλλά μέχρι το μεσημέρι αρχίζεις σταδιακά να νιώθεις ξανά άνθρωπος κι αποφασίζεις με το πάσο σου να πάρεις τα πόδια σου, αλλάζοντας δωμάτιο. Πιθανότατα, θα σκεφτείς να πιεις και καμιά μπίρα, έτσι για το καλό, αφού είναι γνωστό πια ότι βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάπως έτσι, μια μέρα χαραμίζεται για χάρη της προηγούμενης νύχτας με ‘σένα να τριγυρνάς σαν ζόμπι όσο ορκίζεσαι μάταια πως θα κάνεις πάρα πολύ καιρό να ξαναπιείς τόσο.

Αν δουλεύεις, βέβαια, κανείς δε σε σώζει κι εκεί είναι που σε λυπάμαι πραγματικά. Στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού βρίζεις θεούς και δαίμονες, στο δεύτερο σκέφτεσαι 100+1 δικαιολογίες για να μην πατήσεις το πόδι σου, απ’ το ότι έπεσε μετεωρίτης στο σπίτι σου μέχρι το ότι αργοπεθαίνεις από κάποια ανίατη ξαφνική ασθένεια ή πως ήδη έχεις πεθάνει.

Η ιδέα της αναρρωτικής φαντάζει όαση, αλλά απ’ την άλλη αν έχεις την ατυχία να εργάζεσαι σε περιβάλλον που δε σηκώνει πολλά-πολλά ή ξέρεις πως αν αφήσεις μια μέρα να περάσει θα μείνουν πίσω χίλια πράγματα, θα προτιμήσεις να πεθάνεις στα πόδια σου και με κάποιον τρόπο, τελικά, θα σηκωθείς. (Πες μου πώς το κάνεις, σε θαυμάζω.)

Με το που θα φτάσεις –χωρίς ούτε εσύ να θυμάσαι πώς– στο γραφείο ή όπου τέλος πάντων δουλεύεις, ο πρώτος που θα σε πάρει χαμπάρι είναι ο πιο κοντινός σου άνθρωπος ο οποίος αν δεν ήταν μαζί σου χτες βράδυ –άρα και στην ίδια φάση– θα σε ρωτήσει με το που θα σκάσεις μύτη, μεταξύ οίκτου και συμπόνιας, πριν καν προλάβεις να αρθρώσεις μισή λέξη, εκείνο το μαμαδίστικα επικριτικό «Πάλι ήπιες;!», κάνοντάς σε να νιώθεις τουλάχιστον αλκοολικός.

Κάποια στιγμή θα σε πάρουν, βέβαια, πρέφα κι οι υπόλοιποι, αφού με το ζόρι θα ‘χει ανοίξει το ένα μάτι και το αναβράζον ακόμη δε θα ‘χει δράσει ούτε για πλάκα. Ωστόσο δε θα μπορούν να αποδείξουν τίποτε, μιας και σαν παλιά καραβάνα η υποκριτική σου δεινότητα σε αυτόν τον τομέα κάπως θα σε βοηθήσει να θολώσεις τα νερά, παίζοντάς το απλά υπερβολικά κουρασμένος. Αρκεί να μην έχεις χτυπήσει λέβελ «σκάω μύτη με την πιτζάμα», γιατί σε μια τέτοια περίπτωση μόνο αν οι πιτζάμες σου είναι σαν όλα τα υπόλοιπά σου ρούχα σώζεσαι. Πράγμα πολύ πιθανό, βέβαια, μεταξύ μας όπως σε κόβω.

Καλά τα μεθύσια, καλές κι οι αξέχαστες βραδιές με τις τρέλες και τις ιστορίες γι’ αγρίους, λοιπόν, αλλά το χανγκόβερ την επόμενη μέρα είναι άγριο πράγμα. Ειδικά όταν δουλεύεις. Ειδικά αν δεν μπορείς να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πεις «Αρρώστησα, δεν έρχομαι». Απ’ την άλλη, ας πρόσεχες. Δε θα το ξανακάνεις, ξέρω. Μέχρι την επόμενη φορά.

Συντάκτης: Έλλη Πράντζου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!




Πες το με ένα quote!

100+1 αδημοσίευτα quotes για να ταυτιστείς και να μοιραστείς.