Ένα παράξενο συναίσθημα, ένας κόμπος που σε τυλίγει απ’ άκρη σε άκρη, πολλές απορίες κι απάντηση καμία. Πλανάσαι στις σκέψεις και τα ατελείωτα «τι στο καλό συμβαίνει;» που μένουν χωρίς απάντηση. «Τι είναι αυτό που έχουμε;», σκέφτεσαι ξανά και ξανά. Πώς καταλήξατε ως εδώ; Από τη μία στιγμή να έρχεται η πρώτη γνωριμία, το φλερτ κι ο ενθουσιασμός. Περνούν οι στιγμές όμορφα, τα βλέμματα, τα φιλιά, οι βόλτες, οι φιλοσοφικές συζητήσεις. Από την άλλη, σιωπή στα σοβαρά, στα άβολα. Μια παύση που όσο περνάει ο καιρός, αρχίζει και σε αγχώνει.

Πάει καιρός που βρίσκεστε, περνάτε χρόνο και μέρες μαζί. Κάνεις ό,τι είχες φανταστεί με τις συζητήσεις σας να παίρνουν ζωή. Αρχίσατε να δένεστε, άρχισαν οι ζωές σαν να μπλέκονται, οι στιγμές να ενώνονται, να τέμνονται. Όλα έγιναν τόσο αυθόρμητα και γρήγορα. Κάπου-κάπου χάνεστε, σε ανύποπτες στιγμές που δεν μπορείς να εντοπίσεις από πού προκύπτουν. Μια ψυχρή απόσταση έρχεται και σε ταράζει. Ψάχνεις να βρεις γιατί το κάνει, γιατί τοποθετεί έναν τοίχο ανάμεσά σας, χωρίς να γνωρίζεις την αφορμή. Ακόμη κι όταν θα σε ρωτήσουν για το μεταξύ σας, δεν έχεις απαντήσεις. Δεν ξέρεις τι να πεις. Τελικά ποια είναι η κατάστασή σας; Και τώρα, πώς προχωράμε;

Το «κάθε μέρα» γίνεται «πού και πού» κάθε φορά που ζητάς να σου πει τι αισθάνεται. Το on/off  ξεκινά με το που τολμήσεις να γίνεις ξεκάθαρος. Τότε κάνεις παύση, ένα βήμα πίσω. Περιμένεις πότε θα κάνει την κίνηση να σου μιλήσει, να δείξει ενδιαφέρον, να σου εξηγήσει. Η ψυχή σου σαν ένα κλαρί που θα πέσει κι αυτό το σφίξιμο όλο και περισσότερο δυναμώνει. Κι αν μιλήσεις και φύγει; Ας περιμένεις λίγο ακόμη.

Δεν μπορείς να σκεφτείς καθαρά, ρίχνεις το φταίξιμο πάνω σου θεωρώντας ότι κάτι είπες ή έκανες και δεν μπορείς να το βρεις. Τοποθετείς τον εαυτό σου σε μια κατάσταση που μόνο ψυχική αδυναμία και κόπωση σου φέρνει. Το να βρίσκεσαι σ’ αυτή τη θέση είναι ψυχοφθόρο, βλαβερό, προκαλεί τη δική σου πλημμύρα. Η συνεχόμενη αυτή ασάφεια του τι συμβαίνει μεταξύ σας είναι το σημάδι μιας σιωπηλής κακοποίησης, αφανούς, αόρατης, σχεδόν δικαιολογημένης στα μάτια των έξω γιατί «πιέζεις τις καταστάσεις».

Όταν θέλησες να πάρεις απαντήσεις, τότε με μια αμυντική στάση κατέβασε τα στόρια και σε αγνόησε. Ένιωσες σα να μην ήταν εκεί, σαν να μη σε έβλεπε. Αποσύρθηκε από τον διάλογο και την αλληλεπίδρασή σας. Αισθάνθηκες υποτιμητικά, λες και σου είχε κλέψει τη νίκη στον υποτιθέμενο τσακωμό. Ακολουθεί απελπισία και καταιγισμός πολλών ερωτήσεων που συνεχίζουν να μην παίρνουν απαντήσεις. Ήταν σαν όλες τις άλλες φορές.

Πληγώνεσαι. Απορρίπτεσαι, αισθάνεσαι ότι δεν επενδύει, χωρίς να το εξακριβώνει όμως. Κάθε φορά που αποφασίζεις πως δεν αισθάνεται αρκετά, σπεύδει να σε καθησυχάσει. Όχι τόσο ώστε να πάρεις απαντήσεις, τόσο ώστε να μείνεις για λίγο ακόμη. Περιμένεις κοιτώντας τον άλλον στα μάτια μήπως και πει κάτι που θα σου ξεφύγει και πιθανόν δεν άκουσες. Αδιέξοδο ξανά. Και τώρα τι; Κάθεσαι άλλη μια φορά κι υποτιμάς εσένα, νιώθεις σχεδόν τρελός, ψάχνεις να βρεις λύσεις που θα ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Κλείνεσαι στο καβούκι σου, γιατί δε σε αφήνει να φύγεις. Σε κρατάει και σε διώχνει ταυτόχρονα. Λες και κάποιος ήθελε να δοκιμάσει τις αντοχές σου. Μία ζέστη, μία κρύο, μία ναι, μία όχι.

Κι έρχεται ο φόβος πως έτσι θα μείνει. Κι είναι κι αυτή η ντροπή που νιώθεις, επειδή δέχεσαι χτυπήματα διαρκούς ασάφειας και ταλαιπωρείς το μυαλό σου και την ψυχική σου δύναμη. Αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να κάνεις και πολλά- παύεις να εμπιστεύεσαι και την κρίση σου. Όλα έληξαν εκεί. Εκεί που δεν έμαθες ποτέ τον λόγο, που ο τοίχος ήρθε και σε τσάκισε, που η λέξη υπομονή έγινε δικαίωμα χειραγώγησης. Εκεί που η σχέση έγινε κακοποιητική.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Μαρία Παράσχου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου