Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

fd

Τα τραγούδια είναι οι μελωδικές λέξεις που δεν ξέραμε ότι θέλουμε να πούμε. Γι’ αυτούς που τα γράφουν, για κείνους που τα μελοποιούν, για τους ερμηνευτές και τέλος για όλους εμάς, είναι κομμάτι μας αναπόσπαστο. Που στο άκουσμά τους ξεδιπλώνουμε πτυχές της ζωής μας, ταυτίζουμε στιγμές και γεγονότα και καταλήγουμε να τα κάνουμε τόσο δικά μας που κάποια από αυτά μας συντροφεύουν για όσο πορευόμαστε. Κάθε τραγούδι λοιπόν για όλους τους παραπάνω λόγους έχει την ιστορία του. Και μια τέτοια ιστορία κουβαλάει και το σημερινό μας τραγούδι. Μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον στιχουργό-ποιητή Άλκη Αλκαίο και συνθέτη τον Νότη Μαυρουδή.

 

«Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό,

στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο»

 

Και για τον Άλκη Αλκαίο ήταν ρεπό διαρκείας από τη ζωή καθώς σοβαρά προβλήματα υγείας τον κρατούσαν κλεισμένο στο σπίτι του και για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο κρεβάτι, με παρέα και φροντιστή τον πατέρα του. Κι είναι ελάχιστες οι φορές που δέχτηκε να μιλήσει, ίσως μια δυο φωτογραφίες του να μας κάνουν να τον αναγνωρίζουμε.

 

«Κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό»

 

Γύρω στο 1980 μια μέρα που χάραζε, με πρωινό τσιγάρο και καφέ πικρό, γεννιέται το ποίημα «Πρωινό Τσιγάρο». Και μαζί μ’ αυτό γεννιέται και η επιθυμία του Άλκη Αλκαίου να μελοποιηθεί και να ερμηνευθεί από τον Μάνο Λοΐζο.  Έναν εκ των πιο σπουδαίων ελλήνων συνθετών. Ο μουσικός των αγώνων, της ελευθερίας, της φιλίας και του έρωτα. Οι δρόμοι θα ‘χουν τη δική τους μουσική ιστορία χάρη σ’ αυτόν και πάντα όλα θα τον θυμίζουν. Το τραγούδι έχει συνδεθεί με τον Μάνο Λοΐζο. Όχι ως αφιερωμένο σ’ αυτόν αλλά ως την επιθυμία του στιχουργού που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Άλκης Αλκαίος δε γνώριζε τον Μάνο Λοΐζο. Έτσι μέσω κοινού γνωστού φρόντισε το τραγούδι να φτάσει στον Μάνο Λοΐζο όσο αυτός νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο της Μόσχας. Ο Λοΐζος εξέφρασε την επιθυμία στην επιστροφή του να μελοποιήσει το τραγούδι. Μια επιθυμία όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 στο νοσοκομείο της Μόσχας.

 

«Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση»

 

Μαζί με το θάνατο του Μάνου Λοΐζου ο στιχουργός έθαψε και την επιθυμία του να μελοποιηθεί το ποίημα. Έτσι το συμπεριέλαβε στην ποιητική του συλλογή «Εμπάργκο».

 

«και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή»

 

Το «Πρωινό Τσιγάρο» είχε μια ανατολή να διανύσει ακόμη για όλους εμάς που ψάχναμε τον προορισμό μας. Κι αν ο Άλκης Αλκαίος είχε αποφασίσει πως το τραγούδι δε θα μελοποιούνταν ποτέ ο Νότης Μαυρουδής το μελοποίησε ερήμην του στον δίσκο «Στην όχθη της καρδιάς μου». Και η μοιραία λύση ήταν μονόδρομος. Η έγκριση του ποιητή για να κυκλοφορήσει. Ο ίδιος ο στιχουργός αρνήθηκε στο Νότη Μαυρουδή προβάλλοντας την αρχική του επιθυμία, ή ο Μάνος  Λοΐζος ή κανείς.  Εκεί επενέβη ο πιο στενός φίλος του Άλκη Αλκαίου, ο Θάνος Μικρούτσικος για λογαριασμό του Νότη Μαυρουδή, ο οποίος κι έπεισε τον στιχουργό για την συναίνεσή του. Το τραγούδι κυκλοφόρησε στο άλμπουμ του Νότη Μαυρουδή «Μικρές νυχτερινές μουσικές».

«Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών
μ’ ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο
σ’ ένα καρέ τυφλών σ’ ένα καρέ τυφλών»

 

 Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε πει για τον Άλκη Αλκαίο πως «Μιλάει για έρωτες θυελλώδεις, για έρωτες αδιέξοδους, μιλάει και προφητεύει τον αποκλεισμό της γενιάς μας. Γράφει στίχους-κλειδιά που ξεκλειδώνουν κι εκφράζουν τη δραματική συγκυρία, είτε πρόκειται για το Ατομικό, είτε πρόκειται για το Όλον. Οι στίχοι του αφορούν τον καθένα από εμάς ξεχωριστά, αλλά και όλους μαζί».

Σε ένα ραδιόφωνο με ένα πρωινό τσιγάρο κι ένα καφέ πικρό, με θύμισες και πίκρες πρώτο ακούσαμε όλοι μας το τραγούδι. Για ‘κείνη την ανατολή που περιγράφει και θέλουμε όλοι στη ζωή μας. Γιατί κάποιος φεύγει, κάποιος περιμένει και σε ζητάει σαν πρωινό τσιγάρο και σαν καφέ πικρό. Κι αυτό είναι η ζωή. Κάπου εδώ έχω αφήσει το πακέτο μου…

 

 

 

Συντάκτης: Ταρασία Γεωργιάδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου