paul342

Οι λέξεις έχουν πολύ μεγάλη δύναμη. Μπορούν να χτίσουν και να καταστρέψουν όνειρα κι ελπίδες, φτάνει μόνο να τους αλλάξεις σειρά. Είναι ικανές, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, να σχηματίσουν προτάσεις με τεράστια ένταση κι άλλες φορές να χάνονται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες χωρίς το παραμικρό νόημα. Στερημένες απ’ τη σημασία που θα έπρεπε να έχουν. Απομακρυσμένες από αυτή που θα θέλαμε να έχουν.

Ήταν καλή με τις λέξεις. Μπορούσε να καλύψει όλα τα ενδεχόμενα με μια μόνο πρόταση. Ήξερε να τις διαλέγει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να τους δίνει όποια ερμηνεία ήθελε. Δεν περίμενε ποτέ, όμως, ότι θα πέσει θύμα τους. Ότι ακούγοντας την πρόταση που τόσο λαχταρούσε η καρδιά της, θα βυθιζόταν στα πιο βαθιά και σκοτεινά νερά της. Εκεί όπου το παιχνίδι των λέξεων δεν έχει νικητή αλλά μόνο χαμένο. Όπου οι προτάσεις αξιολογούνται με βάση την πραγματική τους έννοια κι όχι το πόσο όμορφα είναι ντυμένες. Ή μάλλον ακούγοντας –σχεδόν– την πρόταση που λαχταρούσε η καρδιά της.

«Σ’ αγαπάω, αλλά…». Το μεγαλύτερο ψέμα που σκέφτηκε ποτέ ο άνθρωπος. Η αγάπη είναι τόσο δυνατή, τόσο απόλυτη, που το «αλλά» δεν έχει θέση δίπλα της. Της δίνει ακριβώς την αντίθετη σημασία, κι αυτή το ήξερε και το μισούσε. Το ‘χε ξανακούσει στο παρελθόν, όμως τότε δε γνώριζε ακριβώς τι σημαίνει. Νόμιζε ότι το «σ’ αγαπώ» ήταν πιο μεγάλο από μία τόσο μικρή κι ασήμαντη λέξη, ότι δεν έχει αντιθέσεις, προϋποθέσεις και δευτερεύοντα νοήματα. Γιατί δε βγαίνει απ’ τα στόματα των δειλών. Αυτών που δεν τολμάνε να πούνε το «δε θέλω», «δεν μπορώ», «δεν είμαι αρκετά δυνατός» και διαλέγουν να κρυφτούν πίσω από μια πρόφαση.

«Σε αγαπάω και νομίζω ότι ταιριάζουμε, αλλά…». Δε χρειάστηκε καν να τελειώσει την πρότασή του κι εκείνη γνώριζε ήδη ότι όλα είχαν τελειώσει, πριν καν ακόμα αρχίσουν. Ήξερε πολύ καλά να αναγνωρίζει τι σημαίνουν οι λέξεις. Τις αναγνώριζε απ’ τη δική της πρότερη χρήση. Ήξερε πόσο κενό υπάρχει ανάμεσα στη λέξη που λαχταράει τόσο η καρδιά σου, ανάμεσα στη χαρά και την αισιοδοξία που θες να γεμίσεις, ανάμεσα στο «επιτέλους, όλα θα πάνε καλά, κάτι θα αλλάξει» και στα μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου αργότερα που καταλαβαίνεις ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Απλά ο δειλός που στέκεται απέναντί σου διάλεξε να σε πληγώσει με την πιο όμορφη λέξη που υπάρχει, την αγάπη. Κι αυτό είναι κάτι που δε συγχωρείται.

Δεν την πονέσανε ποτέ τα ψέματα που της είχε πει. Ήξερε πάντα την αλήθεια ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο κομμάτι της. Το ήξερε κι αυτό τόσο καλά, όσο τις λέξεις μέσα της. Πάντα κάτι μέσα της τον δικαιολογούσε, νομίζοντας πως δεν είναι όλος δικός της ακόμα, γιατί η σωστή στιγμή έρχεται πάντα απρόσμενα.

Όμως τώρα όλα άλλαξαν. Τον κοίταγε στα μάτια καθώς συνέχιζε να μιλάει, αλλά δεν άκουγε λέξη από όσα της έλεγε. Είχε ακούσει όλα όσα έπρεπε. Είχε αγαπήσει ένα κενό που δεν είχε το θάρρος να της πει την αλήθεια. Ότι ήταν καταδικασμένη να πέσει μέσα στο δικό του κενό κι έπαιζε με τις λέξεις για να κάνει την πτώση ομαλή. Όλα για ‘κείνην είχαν τελειώσει στο «αλλά». Μία λέξη έθαψε κάτω απ’ την ίδια εκείνη στάχτη κι όσα νοήματα θα έχτιζε αν δεν υπήρχε το «αλλά».

Αν μπορούσε να σβήσει μία λέξη απ’ το λεξιλόγιο θα ήταν αυτό το «αλλά». Δεν είχε καταλάβει ποτέ πόσα μεγάλα μπορούσε να συρρικνώσει μία τόση δα λέξη. Ήξερε, όμως, ότι πίσω από αυτήν κρυβόταν πολλές άλλες, ίσως μεγαλύτερες, αν όχι σε νόημα σίγουρα σε φόβο. «Δε θέλω», «Δεν είμαι αρκετά δυνατός». Βρήκε τον εαυτό της ανάμεσα στις αντιθέσεις, την αφόπλισαν οι προϋποθέσεις και παραδόθηκε στη δική της δευτερεύουσα: «Θα ήμουν ευτυχισμένη, αλλά…».

Συντάκτης: Κώστας Ντίνος
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!