photo1880

Γλυκός Νοέμβρης. Ο Νοέμβρης της Σάρα και του Νέλσον.

Σχέση με ημερομηνία λήξης. Έτσι, γιατί δε γίνεται αλλιώς.

Βάλε ένα διπλό, γιατί δε θα μιλήσουμε για τις χαρούμενες πρώτες μέρες των σχέσεων αλλά για το δριμύ ψύχος των αποχαιρετισμών.

Μια Κυριακή, ενός απροσδιόριστου παρελθόντος έπρεπε να χωρίσουμε. Τώρα αυτό το «έπρεπε» χωράει πολλά εντός του, αλλά ας το αφήσουμε ως έχει.

Ποτέ δε μου πήγαιναν τα μεγάλα αντίο, οι σπασμένες φωνές και τα δάκρυα. Μια γρήγορη πισώπλατη μαχαιριά, χωρίς να το καταλάβει ο άλλος, κι αυτό ήταν. Τόσο απλό.

«Θέλω να είναι σαν μια οποιαδήποτε άλλη μέρα, όταν χρειαστεί να φύγεις. Μη με φοβίσεις με τους αποχαιρετισμούς. Φύγε και κάνε με να πιστέψω ότι θα ξαναέρθεις», σου είχα πει κάποτε.

Τελικά έφυγα εγώ.

Εκείνη η νύχτα που ξημέρωνε Κυριακή και θα έβαζε τέλος στην παράξενη ιστορία μας, είχε πολύ περισσότερες από εικοσιτέσσερις ώρες, κάθε μια από τις οποίες θα με άρπαζε από τον λαιμό.

Σηκώθηκα πριν από εκείνη, (ας την ονομάσουμε Α-, από το «αλεπού»), έβαλα καφέ και μουσική. «Δε θέλω να πικραίνεσαι τις Κυριακές τα βράδια, χωρίς αυτή τη σκοτεινιά τα χρόνια μένουν άδεια…»

Κοίταξα έξω, μακριά προς τη θάλασσα.

Κάποτε οι Κυριακές ήταν το αδιάβροχο της σχέσης μας· ο γαλλικός καφές με γεύση βανίλια, αγκαλιά στον μεγάλο άσπρο καναπέ του μπαλκονιού· το ζεστό νερό που σχημάτιζε μικρές δίνες και χανόταν στο σιφόνι· οι αγώνες μέσα στο σπίτι με τις σαπουνάδες και τον αφρό.

Θυμήθηκα ξανά την αστεία γκρίνια σου όταν έσπαζα τα δάχτυλά μου, τις χειμωνιάτικες αγκαλιές στον μπλε καναπέ κάτω από το τριμμένο πάπλωμα, το παγωτό που γυρεύαμε στους παγωμένους δρόμους ξημερώματα…

Λίγο μετά τις 12, την ώρα δηλαδή που πρέπει να παραδώσει κανείς το κλειδί του δωματίου στο ξενοδοχείο, ήταν η ώρα για να παραδοθεί μια και καλή το μέλλον μας.

Σηκώθηκα, πήγα στο υπνοδωμάτιο και πήρα την μαύρη σακούλα σκουπιδιών όπου είχα βάλει τα λιγοστά μου ρούχα, εκτός από ένα λευκό πουκάμισο που έμεινε στην κρεμάστρα.

Αυτή ήταν η σιωπηλή συμφωνία. «Θα μου χαρίσεις το παλιό σου φούτερ και θα σε ντύσω εγώ με ένα δικό μου παλιό πουκάμισο».

Εκείνη κράτησε το πουκάμισο που υπεραγαπούσε κι εγώ το ξεφτισμένο γκρίζο φούτερ της, που έγραφε το όνομά της, ενθύμιο κάποιας παλιάς σχολικής ομάδας. Τα πολύτιμα ενθύμια των ερώτων.

Καθισμένη σε μια μισοσπασμένη καρέκλα στο χολ, ήδη με περίμενε.

Μου έπιασε τα γεμάτα σημάδια από μάχες χέρια μου και μου είπε, «Τέρμα αυτά τώρα. Δε θέλω να είσαι έτσι. Θέλω να είσαι ήρεμος… Θα μου υποσχεθείς να μην πονάς πια;» 

Το μόνο που μπορούσα να δω μπροστά μου πια ήταν το γκριζαρισμένο σπίτι μας, αυτό το σπίτι στο οποίο ίσως και να ζούσα ολόκληρη τη ζωή μου.

Σκοτάδι παντού. «Πού θα πάω τώρα…»

Το ρολόι του τοίχου μού υπενθύμιζε ότι ο χρόνος δεν είναι με το μέρος κανενός.

«Πάω να πετάξω τα σκουπίδια όπως είπαμε και να πάρω καπνό που μου τελείωσε. Σε δέκα λεπτάκια θα είμαι πίσω».

Αυταπάτες για να θρέψουμε την άρνησή μας, για να μην προλάβουμε να πούμε αντίο.

«Μην αργήσεις πολύ γιατί δεν τελείωσες τον καφέ σου και θα σου κρυώσει», μου είπε εκείνη.

Δεν είχα πια λέξεις να πω.

Άλλωστε, μερικές φορές κάποια πράγματα είναι καλύτερο να μη λέγονται, κι ας ήταν όλα ένα τεράστιο «σ’αγαπώ»…

Πήρα τη μαύρη σακούλα στο χέρι κι άνοιξα την πόρτα.

«Μην αργήσεις πολύ, σε παρακαλώ», μου είπε εκείνη, έτοιμη να κλάψει. «Μην το ξεχάσεις ποτέ πόσο σε αγαπάω. Εδώ θα τριγυρίζω…»

Όταν βγήκα στον δρόμο άκουσα την πόρτα της, την πόρτα μας, να κλείνει. Θυμήθηκα την τελευταία σκηνή από την Αιώνια Λιακάδα. Μόνο που για τους δυο μας δεν υπήρχε πλέον Montauk…

Άναψα τσιγάρο από τον καπνό που είχα ακόμα στην τσέπη και προχώρησα στον βρεγμένο δρόμο. Όλη μου η ζωή μέσα σε μια σακούλα δίχως άλλα όνειρα.

Στο μυαλό μου έπαιζαν οι στίχοι, «Θέλω, αν θέλεις, να ‘μαι εκεί, στην τώρα αφώτιστη σκηνή, λίγο μετά από την αγάπη. Όταν με την ομορφιά σου μόνο θα φτιάξεις νέο χρόνο με όλες τις μέρες που δεν ήμουνα εκεί…».

Ποτέ δεν της άρεσε να χρησιμοποιώ στίχους από τραγούδια για την κανονική ζωή…

Κάποτε όμως, είχαμε πει πως θα φτιάχναμε νέο ημερολόγιο με τις μέρες που δε ζήσαμε μαζί…

Και κάποτε θα φτιάξουμε.

Αυτό είναι το γράμμα που δε διάβασες,

το ροζ φόρεμα που δεν ντύθηκες,

και το τραγούδι που δε σου έγραψα εγκαίρως…

 

Συντάκτης: Βασίλης Γιαννούλης

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!