g137

Ήταν μια καταστροφική βραδιά, η οποία όσο περνούσε η ώρα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Δεν ξέρω ποιος με είχε μουντζώσει, ποιος με είχε καταραστεί. Μα όλα πήγαιναν τόσο ανέλπιστα σκατά που απλώς περίμενα ήσυχα να περάσει και να κάνω πως δεν υπήρξε ποτέ. Κι εκεί κάπου που η βραδιά είχε τον ατελείωτο, αποφάσισα περί τις 4 το χάραμα να κάνω μια βόλτα στο κλαμπάκι στο οποίο βρισκόμουν. Ιδανική ώρα για βόλτα, τη στιγμή που όλοι είναι ντίρλα και δε θυμούνται ούτε το μικρό τους όνομα.

Περιδιαβαίνοντας, λοιπόν, ανάμεσα σε κάθε λογής θαμώνα, με σταματάει ένας τύπος. Προφανώς μεθυσμένος και με σοβαρές ενδείξεις πως ό,τι και να πούμε μέσα σε μία ώρα το πολύ θα το ‘χει ξεχάσει. Έλα, όμως, που ο άτιμος χαμογέλασε με έναν τρόπο που με κράτησε εκεί να τον κοιτάω αποσβολωμένη σαν ηλίθια. Κι αυτό το αγελαδίσιο βλέμμα έμεινε ζωγραφισμένο στη μάπα μου για τις επόμενες 6 ώρες που συνεχίσαμε να είμαστε μαζί και να λέμε πράγματα που θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια. Εκείνος μάλλον δε θυμάται τίποτα από αυτά. Με δυσκολία μάλλον θυμάται εμένα καλά-καλά.

Κι αυτό, αγαπητοί μου, ήταν η αρχή του τέλους. Γιατί μπορεί να φαίνεται σαν μια απλή ξαφνική γνωριμία ένα βράδυ σε ένα κλαμπ μια δύσκολη ώρα που μιλάει το αλκοόλ και μόνο. Δυστυχώς για μένα ήμουν εντελώς νηφάλια. Που σημαίνει πως και τις 6 ώρες που έμεινα να του μιλάω ήξερα ακριβώς τι έλεγα, γιατί το έλεγα και πάνω απ’ όλα παρέμενα εκεί γιατί το ήθελα. Και δυστυχώς την επόμενη μέρα θυμόμουν τα πάντα κι όχι μόνο αυτό, αλλά ανυπομονούσα να τον ξαναδώ και να ξαναρχίσουμε να μιλάμε. Κι έτσι κι έγινε. Μα φυσικά μη χαίρεστε, από πότε τα κεραυνοβόλα έχουν happy ending;

Το πυροτέχνημα έσβησε γρήγορα καθώς ως γνωστόν το timing συνήθως είναι εναντίον μας. Και η αμοιβαιότητα αξία δυσεύρετη. Έτσι, λοιπόν, το αγελαδίσιο βλέμμα μου και η πολυλογία μου δεν ήταν αρκετά για να τον πείσουν. Δεν ξέρω τι αναζητούσε και τι αναζητά πλέον. Τη δεδομένη στιγμή πάντως δεν ήμουν εγώ. Κι όχι, τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά όταν εσύ αναζητάς ακριβώς αυτόν.

Όλοι βγαίνουμε στο κυνήγι καθημερινά. Στο κυνήγι του αμοιβαίου. Γιατί θες αυτό που νιώθεις να μπορέσεις να το μοιραστείς και να το πάρεις πίσω. Σε όλες σου τις σχέσεις. Ερωτικές, φιλικές, συγγενικές, επαγγελματικές. Μα αυτό που θες εσύ ο άλλος μάλλον δε θα το θέλει. Και δεν το λέω επειδή είμαι απαισιόδοξη. Τα πράγματα είναι έτσι βάσει πιθανοτήτων. Πόσες οι πιθανότητες να ερωτευτείς κεραυνοβόλα ένα βράδυ σε ένα κλαμπ έναν τύπο και να συμβεί στην κεφάλα του ακριβώς το ίδιο; Καμία; Άντε έστω μια στο εκατομμύριο.

Οι ανθρώπινες σχέσεις ξεθωριάζουν ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο. Γιατί δεν μπορούν να πιάσουν την αμοιβαιότητα. Την κυνηγούν αλλά κάποια στιγμή κουράζονται. Κι όταν δεν παίρνουν αυτό που αισθάνονται πως δίνουν ίσως φεύγουν. Ή άλλοτε παραμένουν εκεί δυστυχισμένοι. Να εκβιάσεις το αμοιβαίο δεν μπορείς. Η βαθιά σου επιθυμία σε κάνει ίσως να το κυνηγήσεις αρκετά σε σημείο τέτοιο που θα πνίξεις τον άλλο.

Το απολύτως αμοιβαίο δεν είναι υπαρκτό. Ναι, μπορεί να μοιράζεσαι το ίδιο συναίσθημα με έναν άνθρωπο και να αναζητάτε ο ένας τον άλλο με παρόμοιο τρόπο. Μα κανείς άνθρωπος δεν είναι ίδιος με κανέναν. Κι έτσι, οι επιθυμίες όσο κι αν φαίνονται να συγκλίνουν όλο και κάπου αποκλίνουν. Μα η αμοιβαιότητα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Εκεί που συγκλίνεις με έναν άλλο άνθρωπο. Στα σημεία αυτά όπου τα βρίσκετε, όπου μπορείτε να συνυπάρξετε. Στα στοιχεία που αναζητάτε και τα βρίσκετε στον άλλο. Στα συναισθήματα που θέλετε να πάρετε και σας τα δίνει.

Και γι’ αυτό η αμοιβαιότητα θέλει προσπάθεια. Άπαξ και ταιριάξεις με τον άλλο, θέλει κόπο για να δουλέψει. Αν περιμένεις να σου δώσει τα πάντα, μην περιμένεις πως θα τα πάρεις. Κι αν τα πάρεις, μάλλον τότε δε θα τα θες. Η αμοιβαιότητα δουλεύεται μέρα με τη μέρα. Επιλέγεις σε ποιον θα αφιερώσεις χρόνο ώστε να τη δουλέψετε μαζί. Είναι θέμα τύχης να πέσεις πάνω σ’ αυτόν που προτίθεται να κυνηγήσει μαζί σου το δικό σας αμοιβαίο.

Εγώ εκείνο το βράδυ δεν έπεσα πάνω σε κάποιον που ήταν διατεθειμένος να το δουλέψει. Κι όταν συμβαίνει αυτό, ο ένας να θέλει να προσπαθήσει κι ο άλλος όχι, μάλλον πονάει αρκετά μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως ήταν απλώς το λάθος άτομο τη λάθος στιγμή. Γιατί οποιοσδήποτε δεν μπορεί να κυνηγήσει μαζί σου το δικό σας αμοιβαίο δεν είναι ένας άνθρωπος για σένα.

Κάθε άνθρωπος ο οποίος σε έκανε να κυνηγάς το αμοιβαίο μόνος είναι εξαιρετικά σημαντικός. Σου υπενθυμίζει την αξία του μαζί. Και την επόμενη φορά θα ξέρεις πως το αμοιβαίο θα πρέπει να το κυνηγήσεις μαζί με κάποιον. Έτσι εκείνος ο τύπος μου έμαθε άθελά του πώς κυνηγάμε πραγματικά την αμοιβαιότητα ώστε τώρα να μπορώ να την κυνηγήσω με κάποιον άλλο. Γιατί μπορεί ένα συναίσθημα να ‘ναι τόσο δυνατό και να ‘ναι κρίμα να χαθεί, μα κάτι λιγότερο δυνατό κι αμοιβαίο είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένο. Γιατί οι άνθρωποι έχουν μάθει να επιβιώνουν μαζί.

 

 

Υ.Γ. προς τον τύπο στο κλαμπ: ευχαριστώ.

Συντάκτης: Ουρανία Κάππου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!