paul350

Μια σχέση τελειώνει με τον ένα να χωρίζει τον άλλον. Κάποιος προηγείται. Κάποιος λέει πρώτος το «αντίο» -έστω σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί αυτό δε σημαίνει πως το ξεπερνά και πρώτος. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Σπάνια δύο άνθρωποι αποφασίζουν ταυτόχρονα κι από κοινού πως πρέπει να το διαλύσουν.  Άρα ή είσαι στη θέση εκείνου που χωρίζει ή εκείνου που τον χωρίζουν.

Δεν είναι εύκολα τα πράγματα όταν είσαι αυτός που παίρνει την απόφαση, αλλά τουλάχιστον ξέρεις πως είναι δική σου επιλογή, κι αυτό κάπως σε παρηγορεί. Όχι απαραίτητα για λόγους εγωισμούς, απλά είναι συνειδητοποιημένη απόφαση. Ξέρεις πως είναι για το καλό σου.

Εσύ, λοιπόν, το διαλέγεις. Αποφασίζεις πως δεν μπορείς να ‘σαι άλλο με αυτόν τον άνθρωπο, έχεις τους λόγους σου, πονάς, τον χωρίζεις και τέλος.  Αν, όμως, είσαι στην άλλη άκρη; Εκεί όπου δεν ξεστομίζεις, αλλά ακούς ένα «τελειώσαμε»; Κι εντάξει, αν το ‘χεις ψυλλιαστεί, πόσο μάλλον αν το θες κι εσύ κι απλά ο άλλος σε πρόλαβε. Αν, όμως, ο άλλος σε χωρίσει εκεί που δεν το περίμενες είτε γιατί δεν είχε δώσει δείγματα είτε γιατί εσύ πετούσες στο συννεφάκι σου; Εκεί τι να κάνεις; Το αποδέχεσαι, πονάς –λίγο περισσότερο, γιατί μπαίνουν κι η απόρριψη κι ο εγωισμός στη μέση– και τέλος.

Πέρα απ’ τη δύσκολη στιγμή του φινάλε, όμως, έρχεται κι η στιγμή της αποδοχής και της παραδοχής του ίδιου του τέλους μπροστά σε φίλους και γνωστούς. Συναντιέστε με τους κολλητούς για καφέ ή πέφτει τηλέφωνο ενημέρωσης για τις τελευταίες εξελίξεις και καταφτάνουν για υποστήριξη. Ακολουθούν νεύρα, φωνές, ίσως και λίγα κλάματα, ποτά, γλυκά και γενικά επιστρατεύονται όλα τα όπλα για να νιώσεις καλύτερα.

Φτάνει η κουβέντα τελικά στο «γιατί». Γιατί χωρίσατε, πώς χωρίσατε, γιατί δεν είχες πει κάτι τόσο καιρό. Τι να πεις κι εσύ, πώς να παραδεχτείς ότι σε χώρισε και δεν είχες καταλάβει τίποτα ως τώρα; Αποφασίζεις να ρίξεις όλο το φταίξιμο στον άλλον, να πεις ότι ήταν κοινή απόφαση κι ίσως λίγο περισσότερο δική σου. Πώς να μάθουν, εξάλλου, ότι δεν είναι αυτή η αλήθεια;

Καλά, κράτα και καμιά αμφιβολία. Μπορεί και να ισχύει αυτό που λένε πως τίποτα, τελικά, δε μένει κρυφό. Μπορεί καιρό μετά να συναντηθούν τυχαία οι φίλοι σου με το πρόσωπο, να πουν τα νέα τους κι αναπόφευκτα να αναφερθούν και στον χωρισμό σας και, μες στην κουβέντα, να κάνουν λόγο και για όλες τις λεπτομέρειες (που δεν είναι και τόσο λεπτομέρειες), που δεν ήθελες να διαρρεύσουν, σχετικά με το ποιος το αποφάσισε.

Κι άντε, πες στους φίλους μπορείς να μιλάς ανοιχτά, παραδέχεσαι την αλήθεια. Εξάλλου, θα σε καταλάβουν και θα σου σταθούν, δε θα σε υποτιμήσουν, δε θα σε φέρουν σε δύσκολη θέση. Στους κοινούς γνωστούς που θα σε δουν τυχαία στον δρόμο και θα σε ρωτήσουν τι κάνει το αμόρε, τι απαντάς; Εμείς οι άνθρωποι είμαστε λίγο περίεργοι, μωρέ, και λίγο –ή και πολύ– εγωιστές. Κι η περιέργεια των γνωστών έρχεται να ενισχύσει τον εγωισμό μας, αφού την αισθανόμαστε σαν απειλή.

«Τι; Χωρίσατε; Πώς, γιατί, πότε; Ποιος το αποφάσισε;». Είναι αυθόρμητες απορίες που ίσως να μη σκεφτόμαστε καν πριν τις εκφράσουμε. Ναι, όλοι θέλουν να μάθουν το «γιατί», περισσότερο από περιέργεια και λιγότερο από ενδιαφέρον, γι’ αυτό και μας πανικοβάλλει η αδιακρισία τους. Δεν καταλαβαίνουν ότι εσύ εκείνη την ώρα αλλάζεις όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου -άλλη για τα νεύρα, άλλη για την ντροπή, άλλη για το άγχος της απάντησης και της αντίδρασης.

Κανείς προφανώς δε σε αναγκάζει να τους πεις με το νι και με το σίγμα τι έγινε. Το ξέρεις και το ξέρω όμως πως εκφράσεις του τύπου «ε, γίνονται αυτά, έτσι είναι η ζωή, δε μας πήγαινε άλλο» είναι λίγο ύποπτες αλλά και safe. Δε σε νοιάζει, άλλωστε, τι πιστεύει ο κάθε άκυρος και τι γνώμη θα σχηματίσει -ή έτσι θα ‘πρεπε τουλάχιστον.

Αν αποφασίσεις να δώσεις εξηγήσεις, αλλά κατά πώς σε συμφέρουν, στην περίπτωση που αρχίσεις να θάβεις το πρώην αίσθημα, δηλαδή, λέγοντας πόσο έφταιγε που καταλήξατε έτσι, ότι σε ανάγκασε με τη συμπεριφορά του να ξεστομίσεις τη λέξη του χωρισμού κι άλλα τέτοια, να ξέρεις ότι μπορεί να σε μπλέξεις και να σε εκθέσεις κι αντί για καλύτερα να τα κάνεις χειρότερα. Αν εκείνος ο γνωστός σου συναντήσει το πρώην αίσθημα κι αν είναι λίγο πιο κουτσομπόλης και χύμα απ’ το επιτρεπτό, μπορεί να πετάξει καμία χοντράδα και τη συνέχεια την φαντάζεσαι.

Γενικά, καλύτερα να λες λίγα κι αληθινά. Κανείς δε θα σε αναγκάσει να μιλάς για κάτι που δεν αισθάνεσαι άνετα να το συζητήσεις. Αν, όμως, κόβεις και ράβεις γεγονότα ή λες ψέματα για να αποδείξεις κάτι (τι και σε ποιον;) ίσως βρεθείς εξ απροόπτου και το αποτέλεσμα δε θα ‘ναι ευχάριστο όταν μαθευτεί τι πραγματικά ισχύει. Στο κάτω-κάτω δεν έχεις καν λόγο να ντρέπεσαι ή να νιώθεις άσχημα. Αυτή τη φορά σε χώρισαν, την επόμενη θα τους χωρίσεις εσύ. Έτσι πάνε αυτά. Άλλωστε, οι περισσότεροι έχουμε βρεθεί και στις δύο θέσεις.

Συντάκτης: Ζωή Χατζησαλάτα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!