paul754

«Αγαπητέ μου εαυτέ,

Σου ζητώ συγγνώμη, αν σε πλήγωσα. Αν λέρωσα τα μάτια σου με δάκρυα. Με συγχωρείς αν για άλλη μια φορά δεν έχω τις απαντήσεις στα «γιατί» που ρωτάει ο νους. Λυπάμαι που μας κέρασα τόσες ελπίδες, χωρίς κανείς να ‘ναι εκεί να τις (εκ)πληρώσει, αλλά παρασύρθηκα τόσο απ’ τη λαχτάρα να αγαπηθούμε, που άθελά μου τελικά αυτή η μεγάλη επιθυμία έγινε θηλιά στον λαιμό μας. Υπερτίμησα το ποτήρι που διάλεξα, το θεώρησα πολύ πιο μεγάλο, και τελικά ξεχείλισε απ’ τις προσδοκίες.»

Κάπως έτσι ίσως να σκέφτεσαι κι εσύ. Το δικαιούσαι, η ζωή στο χρωστάει, λαχταράς να βιώσεις εκείνο το «απόλυτο». Να νιώσεις ευτυχισμένος και πραγματικά πλήρης δίπλα σ’ έναν άνθρωπο. Αναζητάς δυο χέρια κατάδικά σου, να σε κρατούν και να σε στηρίζουν, ακόμα κι αν δεν τα χρειάζεσαι, τα θες, θες εκείνα τα χάδια.

Κι αυτή σου η ανυπομονησία σε παραπλανεί. Σε ωθεί να ντύνεις με το πατρόν του ιδανικού σώματα που δε φορούν αυτό το νούμερο με αποτέλεσμα να καταλήγεις με απογυμνωμένα συναισθήματα. Κατά βάθος ξέρεις πως αν είχες ακούσει τη φωνή του υποσυνείδητού σου και δεν αγνοούσες εκείνες τις ενδείξεις, τώρα ίσως να ήσουν λιγάκι πιο προετοιμασμένος να δεχθείς μια ενδεχόμενη απογοήτευση ή ίσως και να την είχες, εξαρχής, αποφύγει.

Και το μυαλό σου ταξιδεύει για λίγο. Πηγαίνει πίσω στη στιγμή της πρώτης γνωριμίας. Σε εκείνα τα σημάδια που ανάθεμα κι αν υπολόγισες για βαρίδια στη ζυγαριά. Τον πρώτο καιρό, άλλωστε, χαρίζουμε ελαφρυντικά. Δικαιολογούμαστε, δεν έχουμε ακόμα το δικαίωμα να κρίνουμε, αν δε μάθουμε τον άλλο καλά. Περιμένεις, έτσι, ώσπου να ανακαλύψετε ο ένας τον άλλον για να πεις πως βλέπεις καθαρά. Κι αν τότε δεις άλλα; Μετά θεωρείς πως όταν έρθεις πιο κοντά με κάποιον, οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσά σας θα αφανιστεί. Έχεις προσδοκίες πως θα τα λύσετε όλα παρέα. Κι ιδού η απορία. Εθελοτυφλούμε ή βλέπουμε καθαρά όταν αγαπάμε;

Γιατί μέσα στον χορό μιας σχέσης, που θέλουμε πολύ να πετύχει, βλέπουμε μόνο όσα μας βολεύουν να δούμε κι ερμηνεύουμε τα γεγονότα από διαφορετική απ’ την αντικειμενική σκοπιά; Τόσο πολύ έχουμε την ανάγκη να νιώσουμε κι εμείς πρωταγωνιστές ενός παραμυθιού με αίσιο τέλος; Εκεί που ο πρίγκιπας παραμένει αψεγάδιαστος, τα μάγια λύνονται, κι η ωραία κοιμωμένη ξυπνάει μ’ ένα φιλί. Πώς επιτρέπεις να ζεις στο σκοτάδι φοβούμενος πως βγαίνοντας στο φως θα ‘ρθουν στην επιφάνεια αλήθειες που πονάνε; Πώς ανέχεσαι να σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου σε κάτι που μάταια περιμένεις να επιβεβαιώσει κάποτε τους ευσεβείς σου πόθους, ενώ σου δίνει δείγματα που οδηγούν στην έξοδο;

Πάνω στην απελπισία μας ταΐζουμε την ανασφάλειά μας, φτάνοντας στο σημείο να κρυβόμαστε απ’ τον ίδιο μας τον εαυτό. Τόσο που στο τέλος του κρυφτού, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να τον πληγώσουμε εμείς παρά ο άλλος που ‘χουμε απέναντί μας. Εμείς φέρουμε την ευθύνη για όσα μας συμβαίνουν, ακριβώς γιατί τα αφήνουμε να εισχωρήσουν στην πραγματικότητά μας κι επιμένουμε να τα κρατάμε, ακόμα κι αν δεν είναι για μας. Τα αγκαλιάζουμε, νομίζουμε πως θα μας φερθούν τρυφερά, μα στο τέλος μας δίνουν μια μαχαιριά κι αποχωρούν. Έτσι υποδεχόμαστε ανθρώπους πιέζοντάς τους να κολλήσουν στη θέση ενός δικού μας κομματιού, ενώ ανήκουν σε κάποιο άλλο παζλ.

Κάνεις υπομονή. Λες «θ’ αλλάξει, δεν μπορεί να έπεσα τόσο έξω». Προσπαθείς να υψώσεις ανάστημα και να φανείς αντάξιος και συνεπής στη δέσμευση που σου επέφερε η επιλογή σου. Στο τέλος φτάνεις να αμφιβάλλεις ακόμα και για σένα. Με τη δικαιολογία πως προσπαθείς να κρίνεις αντικειμενικά, αμφισβητείς τα δίκια σου, τις επιθυμίες σου, τα όνειρά σου. Παραμερίζεις το εγώ σου σε μια γωνιά. Υποστηρίζεις εκδοχές του άλλου μία προς μία. Έρχεσαι στη θέση του. Τον δικαιολογείς. Τον συγχωρείς. Τον θες στη ζωή σου και θα πολεμήσεις με κάθε τρόπο για να μη βγει απ’ αυτή. Ώσπου στο τέλος καταφέρνεις να έχεις εκείνον, χάνοντας ολοκληρωτικά εσένα.

Ξυπνάς μια μέρα θεατής της ίδιας σου της ζωής. Αναρωτιέσαι πώς φτάσανε όλα σε αυτό το σημείο. Οι απογοητεύσεις έρχονται η μία μετά την άλλη. Η εικόνα που είχες για εκείνον καταρρέει μπροστά στα μάτια σου, αφήνοντας σκόνη και θρύψαλα. Μπορεί να συνέβαλλαν μια σειρά από γεγονότα, ώσπου να ‘ρθει η στιγμή που να αισθανθείς το συναισθηματικό αυτό κενό. Τόσο καιρό κοιτούσες μα δεν έβλεπες, μα τώρα το άδειασμα εκείνο σου άνοιξε τα μάτια. Πώς γίνεται τόσο καιρό να ήσουν τόσο τυφλός; Πόσο πολύ είχες πιστέψει στην ψευδαίσθηση που εσύ ο ίδιος έφτιαξες;

Φορούσε-δε φορούσε ο άλλος μάσκα, δεν αλλάζει το γεγονός πως εσύ φορούσες παρωπίδες. Πόσο διαφορετική είναι αυτή η ματιά πίσω τώρα που απέχεις. Μία λάθος, όμως, επιλογή δεν είναι λόγος να κατηγορείς τον εαυτό σου που έδωσες παράταση, αφού έστω και καθυστερημένα είδες πως δεν ήταν για ‘σένα, δεν ήταν αυτό που ήθελες. Κι αν θεοποίησες μια κατάσταση είναι γιατί ήθελες απεγνωσμένα να καμουφλάρεις τη μετριότητα, μήπως κι αγγίξει, έστω ουτοπικά, την πληρότητα που προσδοκούσες.

Γιατί έτσι είσαι. Δίνεις ευκαιρίες εξαντλώντας κάθε περιθώριο. Επενδύεις τόσο σε κάθε σου επιλογή, παλεύοντας με νύχια και με δόντια να την κάνεις να πετύχει. Και με το ίδιο σκεπτικό, ελπίζεις πως τα συναισθηματικά αυτά κενά, που ανοίγουν μέσα σου μέτωπα, θα κλείσουν με έναν τρόπο μαγικό, φέρνοντας χαμόγελα, μέρες με λιακάδα κι αμοιβαία συναισθήματα. Θα καταφέρεις εσύ να τα γεμίσεις στο τέλος, σκέφτεσαι, αν όχι οι άλλοι. Άλλωστε, πάντα μόνοι πορευόμαστε όταν θέλουμε να αποζητήσουμε τον εαυτό μας. Και μαζί με αυτόν ίσως έρθει κι η πραγματική όαση.

Συντάκτης: Μαίρη Νταουξή
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!