pillow231110

Υπάρχουν ιστορίες που δεν έχουν γραφτεί όπως ακριβώς συνέβησαν, ίσως γιατί δε θα ήταν ποτέ ιδανικές μ’ αυτό τον τρόπο. Τις ιστορίες που αγγίζει η μοίρα, δύσκολα τις αγγίζει κάποιος άλλος. Φοβάσαι να συζητήσεις κάτι το οποίο δεν μπορείς να εξηγήσεις, το μη τυχαίο, αυτό στο οποίο δεν πιστεύουν πολλοί. Κι αν το πιστεύουν, το προστατεύουν με κάθε κόστος ή δεν είναι πια εδώ για να το υπερασπιστούν.

Η ιστορία της Μπόνι και του Κλάιντ δεν ήταν μία απ’ αυτές που ονειρεύεται κανείς να ζήσει, δεν ήταν συνηθισμένη. Ήταν μοιραία μ’ έναν τρόπο παράξενο. Επειδή, όμως, κάπου ανάμεσα στις λεπτομέρειες ερωτευόμαστε αυτή η ιστορία είχε πολλές που αξίζει ν’ ακουστούν.

Εκείνη ξεγελούσε και τον πιο υποψιασμένο με τη μορφή και το παρουσιαστικό της. Σε φωτογραφίες της εποχής που έχουν σωθεί η Μπόνι φαίνεται να κρατά όπλο και να έχει στο στόμα της πούρο. Κάπνιζε, αλήτευε, είχε έμφυτη μαγκιά. Της άρεσε να γράφει, κυρίως ποίηση, άλλα για θέματα που κάθε άλλο παρά προβλέψιμα ήταν. Αυτό μαρτυρούν τα δέκα ποιήματά της που είχαν να κάνουν με τον κόσμο της παρανομίας μέσα απ’ τα μάτια μιας γυναίκας όπως εκείνη.

Η Μπόνι κατέληξε φορώντας βέρα, όχι όμως αυτή του Κλάιντ. Η ίδια παντρεύτηκε στα δεκαέξι της χρόνια προκειμένου να ξεφύγει από τη μοναξιά που της χτύπησε την πόρτα αρκετά νωρίς. Ο άντρας της ήταν μέθυσος και απατεώνας με αποτέλεσμα να καταλήξει στη φυλακή και το διαζύγιό τους να μη βγει ποτέ.

Το άλλο μισό της ιστορίας, ο Κλάιντ, είχε πολλά όνειρα. Το μεγαλύτερο ήταν να μπει στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Μάλιστα, είχε κάνει τατουάζ στο αριστερό χέρι τα αρχικά γράμματα του εν λόγω σώματος. Μια ασθένεια, όμως, ήταν η αιτία για ν’ απορριφθεί και να μείνει το όνειρό του μισό.

Παράνομες πράξεις διέπραττε και πριν γνωρίσει την Μπόνι. Την πρώτη φορά συνελήφθη για κλοπή ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου, το οποίο πήρε για να συναντήσει μια παιδική του φίλη από το σχολείο. Δεν επέστρεψε ποτέ πίσω το αυτοκίνητο και από τότε άρχισε να εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της παρανομίας.

Οι δυο τους έκαναν πράξη το «μαζί». Δεν ξέρω τι υποσχέσεις έδιναν ο ένας στον άλλον όταν κινδύνευαν και όταν έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα γράμματα. Πόσο σφιχτά της κρατούσε το χέρι όταν ένιωθε ότι μπορεί να τη χάσει ή πώς τον κοιτούσε εκείνη όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Πολλοί θα έλεγαν πως περισσότερο κατέστρεφαν ο ένας τη ζωή του άλλου, αλλά μήπως τελικά αυτό είναι το νόημα; Δεν ήταν σαν τους άλλους, όχι γιατί ήταν οι καλύτεροι, μα γιατί ήταν διαφορετικοί.

Ένα βράδυ, οδηγώντας μαζί, ο Κλάιντ αύξησε ταχύτητα αγνοώντας μια σημαντική προειδοποίηση για παράκαμψη που αφορούσε μια γέφυρα που κατασκευαζόταν. Το αυτοκίνητο έσπασε το οδόφραγμα και προσγειώθηκε στην κοίτη ενός ποταμού. Έτσι το οξύ από την μπαταρία έκαψε το δεξί πόδι της Μπόνι, η οποία από τότε είχε κινητικές δυσκολίες με αποτέλεσμα πολλές φορές ο Κλάιντ να χρειάζεται να τη σηκώνει ώστε να τη μεταφέρει.

Μια σφαίρα αστυνομικού ήταν η αιτία για το τέλος τους. Το τέλος της Μπόνι και του Κλάιντ αλλά την αρχή του ρίσκου, αυτού που αξίζει να πάρεις κι ας χαθείς μετά. Θάφτηκαν χώρια, παρ’ όλο που έφυγαν μαζί. Η μητέρα της Μπόνι δεν ήταν ποτέ σύμφωνη με τη σχέση τους κι αποφάσισε η κόρη της να θαφτεί μακριά απ’ ό,τι αγάπησε, ό,τι ερωτεύτηκε, ό,τι άφησε να τη διαλύσει αλλά με τη συγκατάθεση της καρδιάς της.

«Βρες κάτι για το οποίο θα πέθαινες και ζήσε για πάρτη του». Αυτό θα μας έλεγαν η Μπόνι και ο Κλάιντ αν βρίσκονταν σήμερα εδώ.

Συντάκτης: Γωγώ Κυριακίδου
Επιμέλεια κειμένου: Βασιλική Γουγούλα