paul1761

Ως σωστά νιάτα που είμαστε, μέρα παρά μέρα βγαίνουμε με την παρέα τα βράδια και τα πίνουμε μέχρι πρωίας. Είναι η καθημερινότητά μας, έχει γίνει πλέον συνήθεια -κι ίσως και κάτι παραπάνω. Πώς, άλλωστε, θα δείξεις ότι βαδίζεις στο σωστό μονοπάτι –αυτό του φοιτητή– που ξενυχτά δίχως την παραμικρή ενοχή; Όλοι θέλουμε να επιβεβαιώσουμε τα στερεότυπα περί ξέφρενης ζωής, ακατάπαυστων εξόδων κι ατελείωτων ποτών να ρέουν απ’ τα ποτήρια μας.

Αυτό είναι και το ωραίο όμως, σαν τη φοιτητική ζωή δεν έχει, και μπορούμε να τραβάμε τα χρόνια αυτά απ’ τα μαλλιά, όσο μας παίρνει. Γιατί αν δε βγεις τώρα να γίνεις πίτα με τους φίλους, τότε πότε; Αν δεν ντροπιαστείς σε ολόκληρο το μαγαζί για τη στιγμή που σηκώθηκες να χορέψεις ενώ κανείς άλλος δεν το έκανε, ποιο το νόημα; Αν φεύγοντας δεν παραπατάς και δε λες σ’ όλους πως τους αγαπάς, ε, τότε κάτι κάνεις λάθος. Όλοι θέλουμε να ακούμε ότι μας αγαπάνε! Στην υγειά, λοιπόν, των μεθυσμένων φίλων μας, που μας το υπενθυμίζουν.

Εμείς, ως πεπειραμένοι πότες (τρομάρα μας!) νομίζουμε πως όλα είναι υπό έλεγχο και δεν πρόκειται να ξεφύγουμε απ’ τα όρια, γιατί το ποτό κυλάει στο αίμα μας και το αντέχουμε. Ε, να, λοιπόν, που κι εμείς άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε. Εκείνο το βράδυ το τελετουργικό άρχισε σε ένα απ’ τα αγαπημένα μας κουτούκια. Καθίσαμε στο τραπέζι που μας αρέσει, ο κατάλογος περιττός, τα κρασιά κατέφθασαν, κι εμείς ξεκινήσαμε να γεμίζουμε τα ποτήρια μας, σηκώνοντάς τα ύστερα ψηλά και κάνοντας την καθιερωμένη μας πρόποση.

Τέλειωσε ο πρώτος γύρος και το χέρι ξανασηκώθηκε να παραγγείλει, τσίπουρα κι ούζα αυτή τη φορά. Πότε ήρθαν, πότε τέλειωσαν, χαμπάρι δεν πήραμε. Εμείς καθισμένοι, να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια με το παραμικρό αστείο, να δίνουμε παραγγελιές στην ορχήστρα να παίζει, να γλυκοκοιτάζουμε καμιά παρουσία τριγύρω και να σκεφτόμαστε τι να στείλουμε στο πρώην αμόρε. Εκεί είναι που αρχίζει κι η κατρακύλα, γιατί κανένας δεν είναι νηφάλιος να σε συγκρατήσει να μην πατήσεις το ρημάδι το “send” σ’ εκείνο το απελπισμένο μήνυμα, και ‘σένα ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό πόσο κακή ιδέα είναι.

Αλλά πάει στο καλό το μήνυμα, το έστειλες και πίσω δε γυρνάει. Έχεις κάνει κεφάλι, έχεις και την υποψία ότι ένας εμετός καραδοκεί με το που ακουμπήσεις ξανά το ποτήρι, αλλά, και πάλι, γιατί να πτοηθείς; «Όχι», λες, «το ‘χω, ποτέ μου εγώ δεν ξέρασα και σιγά μη γίνει τώρα», και με τη σκέψη αυτή παραγγέλνεις κι άλλο κρασί, έτσι, για το σβήσιμο. Μην τα πολυλογώ, η ιδέα αποδεικνύεται κάκιστη κι εσύ καταλήγεις να ξερνοβολάς στα πεζοδρόμια, κρατώντας το χέρι των φίλων -καθόλου ελκυστική εικόνα. Το καλό-κακό, όμως, με τον εμετό είναι ότι τώρα τα ‘χεις βγάλει όλα από μέσα σου, οπότε μπορείς άνετα να συνεχίσεις να πίνεις. Κι αυτό κάνεις.

Ακόμη δεν ξημέρωσε, σπίτι ποιος πηγαίνει; Σε παρακαλώ, που θα κοιμηθούμε κι απ’ τις τέσσερις. Ακολουθεί κλαμπάκι με τα μάτια κλειστά. Ανοιχτά, σε καμία περίπτωση, αφού έχεις ήδη φάει τη σαβούρα σου μέχρι να μπεις κι έχεις μελανιάσει κάθε κολόνα του δρόμου. Μα κι αυτές, αφού σε βλέπουν, να μετακινηθούν λίγο δεν μπορούν; Απ’ τα πολλά φτάνεις σπίτι, κάποια στιγμή, πέφτεις στο κρεβάτι με τα ρούχα και νομίζεις θα πεθάνεις.

Το κεφάλι σου κουδουνίζει και νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε «γύρω-γύρω όλοι» και κάποια στιγμή θα πέσεις. Αλλά ούτε αυτό είναι το αποκορύφωμα. Περίμενε, σου ‘χω κι άλλο. Ξυπνάς κατά το μεσημεράκι, τεντώνεσαι, κοιτάς δεξιά, αριστερά, κοκαλώνεις και ξανακοιτάς. Τρίβεις τα μάτια σου λέγοντας «Θεέ μου ποιος/α είναι αυτός/ή και τι κάνει στο κρεβάτι μου;». Όλο ντροπή σηκώνεσαι βιαστικά, του/της δίνεις τα παπούτσια στο χέρι, κλείνεις την πόρτα κι αναφωνείς αποφασιστικά: «Αυτό ήταν, δεν ξαναπίνω!».

Δε λέω, εκείνη την ώρα το πίστευες, όμως, όταν το λες στην παρέα, μην περιμένεις να σε πάρουν και στα σοβαρά. Όλοι ξέρουν τι μπεκροκανάτα είσαι. Άσε, φίλος, κι εμείς τα έχουμε πει αυτά και γέλασαν όλοι οι μπάρμεν, οι ταβερνιάρηδες, τα καραφάκια και τα σφηνάκια. Άντε να αντέξεις μια βδομάδα, δύο το πολύ. Μόλις μπεις, όμως, στο μαγαζί με την παρέα, δεν υπάρχει περίπτωση να θυμηθείς τα λόγια που είχες πει. Μόνο στη σκέψη γελάτε όλοι τη στιγμή που ξεκινάτε να πίνετε, αφού ξέρετε πως το να τηρήσετε μια τέτοια γελοία ιδέα δεν έχει απολύτως κανένα νόημα.

Ας απαθανατίσουμε αυτή τη στιγμή, μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι, με ζωγραφισμένα χαμόγελα στα πρόσωπά μας και τα ποτήρια μας ψηλά, δοξάζοντας τη φράση που είπε ο Sinatra: “I feel sorry for the people who don’t drink. When they wake up in the morning, that’s as good as they’re going to feel all day.”

Συντάκτης: Άννα Μπαλάση
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!