Check it out: Διαγωνισμός Διηγήματος σε συνεργασία με τη Fylatos Publishing. Πάρε μέρος εδώ!

r483

Γράφει η Α.

 

Λένε πως όταν δεν επικοινωνείς τα συναισθήματά σου, αυτά σωματοποιούνται. Μπορεί το στόμα να σωπαίνει, αλλά το σώμα δεν ξεγελιέται τόσο εύκολα και μιλάει. Μα όταν δεν μπορείς να τα εκφράσεις, τότε τι γίνεται; Αν δεν υπάρχουν λέξεις ή αν δεν μπορούν να βρεθούν οι σωστές; Τότε τι γίνεται;

Δεν ξέρω πώς θα χωρέσω τα συναισθήματα σε λέξεις. Θα μιλούσα ίσως για έναν άνθρωπο παράξενο. Έναν άνθρωπο που όταν χαμογελάει τα μάτια του φωτίζονται λες και άναψε μέσα τους ένα από εκείνα τα λαμπάκια νυκτός και τα λακκάκια στα μάγουλά του τονίζονται σαν κάποιος να πήρε έναν μαρκαδόρο και να τα κύκλωσε. Όταν στεναχωριέται τα μάτια του μαραίνονται και λίγο θολώνουν, λες και μπήκε μπροστά τους κάποιου είδους ελαφρύ ρυζόχαρτο, τόσο έντονη η αλλαγή. Όταν ενθουσιάζεται, κάνει σαν μικρό παιδί στην παιδική χαρά. Όταν έχει όρεξη, σου χαμογελάει από μακριά και όταν δεν έχει, σε αγνοεί επιδεικτικά λες και δεν είσαι καν στο οπτικό του πεδίο. Όταν είναι περιποιημένος, το ξέρει, αλλά επιζητά να του το πεις και όταν δεν είναι, νιώθει ευάλωτος και λίγο μοιάζει σαν να σου κρύβεται. Όταν καπνίζει είναι σέξι. Αν σε ακουμπήσει, το κάνει με σιγουριά. Όταν χαμογελάει, δεν αφήνει περιθώρια να μην τον κοιτάξεις και στην αγκαλιά του «όλα μοιάζουν καλοκαίρι». Όταν θέλει να σε εκνευρίσει, θα τα καταφέρει πάντα και όταν θέλει να πάρει επιβεβαίωση, θα σε κάνει να ζηλέψεις. Και κάθε φορά το ίδιο, όταν θέλει εμφανίζεται και όταν θέλει εξαφανίζεται. Άνθρωπος ασυμβίβαστος.

 

 

Ένα από εκείνα τα πρόσωπα που σκάνε στη ζωή σου ξαφνικά, όχι όμως σαν πυροτέχνημα, πιο πολύ σαν βιβλίο που πέφτει από το ράφι εκεί που δεν το περιμένεις και σου έρχεται κατακέφαλα. Δημιουργούν μια θέση στην καρδιά σου, σχεδόν την κλειδώνουν θα έλεγε κανείς. Σε προκαλούν να τα γνωρίσεις, να τα συνηθίσεις, να τα αγαπήσεις ίσως, χωρίς όμως να αφήνονται να κερδηθούν εύκολα.  Λένε μεγάλες κουβέντες, λένε «μου λείπεις» εύκολα και μετά το ξεχνάνε γρήγορα. Το νιώθουν και το εννοούν όμως τη στιγμή που το ξεστομίζουν. Αποζητάνε τη σιγουριά και τη σταθερότητα στη ζωή τους και ταυτόχρονα παλεύουν για την περιπέτεια. Θέλουν να τα αγαπάς και παράλληλα σε διώχνουν μακριά γιατί δεν το αντέχουν. Κολλάνε στις λέξεις, αλλά συχνά χάνουν την ουσία.

Οι λέξεις που έχεις ανταλλάξει με αυτόν τον άνθρωπο είναι λες και καταχωρούνται σε κάποια βάση δεδομένων και κάθε φορά που τις ακούς τυχαία, ανασύρονται και μαζί ανασύρουν και τη χροιά της φωνής που τις πρωτοείπε. Δεν μπορείς να τις πεις αλλού, έχουν κλειδώσει το νόημά τους. Πλέον οι λέξεις έχουν αποκτήσει πρόσωπο. Και μακάρι να μπορούσες να ξεστομίσεις όλες τις λέξεις που σκέφτεσαι στον άμεσα ενδιαφερόμενο, με κάποιες όμως ίσως να τρόμαζε.

Φαντάζει άπιαστος μα πραγματικός, σαν εκείνες τις εικόνες που βλέπουμε για όνειρα όταν είμαστε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Τον σκέφτεσαι συχνά, λίγο τον ζεις και μετά χάνεται μόνο για να κάνει επανεμφάνιση τη στιγμή που επιθυμεί. Δεν τον ελέγχεις, δεν ελέγχονται άλλωστε οι άνθρωποι. Οι στιγμές μαζί του είναι παροδικές, αλλά όμορφα μοναδικές. Δε θα ακούσεις την καρδιά σου άλλοτε να πηγαίνει σε τόσο γρήγορους ρυθμούς, ούτε θα νιώσεις αυτό το μούδιασμα με άλλο πρόσωπο απέναντί σου. Δε θα ξεχάσεις ποτέ το άρωμά του και αν το μυρίσεις κάπου τυχαία, θα αρχίσεις να τρέχεις με το βλέμμα σου στο χώρο και να ψάχνεις και την παραμικρή γωνία μήπως και είναι από πίσω.

Δε θα του τα πεις ποτέ όμως αυτά. Υπάρχουν στιγμές που προσπαθείς, που τα σκέφτεσαι από πριν και τα κάνεις πρόβα πηγαίνοντας πάνω κάτω στο σαλόνι σου, που αποφασίζεις να μην κρατήσεις τίποτα πίσω, προσπαθείς να βρεις λέξεις ή, έστω, να φτιάξεις καινούριες. Όμως τις στιγμές που εσύ νιώθεις να έχεις κάνει ενδοφλέβια θάρρους, αυτός δεν είναι εκεί, θαρρείς και το ξέρει και δε θέλει να τα μάθει. Θαρρείς και δε θέλει να αφήσει να γκρεμιστεί η ταμπέλα της ανεξαρτησίας που δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια σας. Γράφεις λοιπόν γι’ αυτόν πολύ, γράφεις συχνά και τα κλειδώνεις σε ένα κουτί. Αφήνεις τα πράγματα ως έχουν και δεν προσπαθείς περισσότερο. Πιστεύεις ότι φαντάζεται όσα έχεις εσύ στο κεφάλι σου και από την άλλη ελπίζεις να μην περνάνε καν από το μυαλό του, γιατί αν ήξερε, δε θα έκανε κάτι;

Μένεις λοιπόν μακριά και νιώθεις σιωπηλά. Μερικές φορές αυτό αρκεί. Είναι πράγματα που επιμένουν να ζουν μέσα μας και αυτός είναι τρόπος για να τα κρατήσεις ζωντανά. Δεν εξωτερικεύονται, άρα δεν μπορούν να ξεθωριάσουν. Είναι πράγματα που μένουν ήσυχα μέσα σε κλειστά κουτιά, παρέα με γραπτά, στίχους και καλά ξυσμένα μολύβια. Κι αν το συναίσθημα έχει κουτιά, τότε να ξέρεις πως κάπου θα υπήρχε ένα συγκεκριμένο στο οποίο θα κλείδωνα όσα υπήρξαν μεταξύ μας. Θα έμεναν έτσι φυλαγμένα πάντα.