7979457731_3c31a34840_b

Γράφει η Άννα

Κοίταξα τον εαυτό μου για τελευταία φορά στον καθρέφτη. Μάζεψα ό, τι κομμάτι μου μπορούσα να βρω. Φόρεσα την ωραιότατη μάσκα της αδιαφορίας μου, αυτήν που ξέχασα πως είχα το τελευταίο δίμηνο. Βγήκα από το δωμάτιο, πήρα τα κλειδιά μου κι έφυγα.

Σε συνάντησα κάτω απ’ το σπίτι μου. Απ’ την πόρτα της πολυκατοικίας μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου σου είχα ακριβώς δέκα δευτερόλεπτα για να σε χορτάσω. Ήσουν όπως πάντα εκπληκτικά γοητευτικός, έψαχνες κάτι, τον αναπτήρα σου φαντάστηκα. Άνοιξα την πόρτα σου σιγά κι έκατσα στο δίπλα κάθισμα.

Για λίγο έμοιαζε με μια συνηθισμένη μας συνάντηση. Μόνο που σήμερα ούτε με φίλησες, ούτε χάρηκες που με είδες. Το πρόσωπό σου έμοιαζε τρομακτικά κρύο. Έκανα φευγαλέα τη σκέψη να φύγω, να εξαφανιστώ και για μια φορά να μη με νοιάζει για ό, τι τέλος πάντων επιφυλάσσει η επόμενη μέρα. Για μία μόνο φορά να πω πως δεν είχα τον έλεγχο, πως έδωσα σε όλα μια κλοτσιά και τα κατέστρεψα.

Κι όμως. Έμεινα. Έμεινα να κοιτάζω ίσια μπροστά μου το δρόμο που χανόταν. Κι όταν φτάσαμε σ’ ένα ήσυχο μέρος, αυτή που μιλούσε σίγουρα δεν ήμουν εγώ. Δεν μπορεί να ήμουν εγώ. Πως δεν αντέχει, έλεγε. Πως έχει, σαφώς, καλύτερα πράγματα να κάνει, πως οι σχέσεις είναι για να τις ζεις κι όχι για να παλεύεις για κάτι που ίσως δεν το βρεις ποτέ. Έλεγε πως πέρασε καλά μέχρι σήμερα και πως ίσως θα ήταν καλύτερα ν’ αφήσει τα πράγματα να τελειώσουν τώρα που είναι αρχή για να μην πληγωθούν κι οι δυο στη συνέχεια.

Αυτή που μιλούσε δεν ένιωθε. Δεν ένιωθε τίποτα. Το πρόσωπο της ήταν ανέγγιχτο, κανένα συναίσθημα δε φαινόταν να περνούσε από πάνω του. Κανένα. Απολύτως κανένα. Δεν ξέρω αν γνώρισες άνθρωπο χωρίς καρδιά, μα αυτή δεν είχε σίγουρα. Δε μπορεί να είχε.

Τα είπε όπως ακριβώς τα σχεδίασα. Όπως ακριβώς στην πρόβα που έκανα κανένα δεκάλεπτο πριν, μπροστά στον καθρέφτη μου. Τα είπε σαν μια καλοστημένη και τέλεια σκηνοθετημένη ταινία. Σαν μια τέλεια ηθοποιός. Σαν να έπαιζε αυτόν το ρόλο χρόνια.

Στη θέα αυτής της ερμηνείας, κανένας συμπρωταγωνιστής δε βγάζει άχνα. Έτσι, ούτε κι εσύ μίλησες. Με ένα νεύμα οδήγησες ξανά πίσω στο σπίτι μου. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, αφήνοντας την άλλη πίσω μου, εκεί, μαζί σου. Και μόλις γύρισα την πλάτη μου κι άκουσα τους τροχούς σου να τρίζουν, κάθισα στο πεζοδρόμιο. Ούτε ξέρω πόση ώρα έκλαψα.

Ανέβηκα στο σπίτι μου κομμάτια. Όλα εκείνα τα συναισθήματα που έκρυψα, που σε έκανα να πιστέψεις πως δεν είχα, ήταν απλωμένα σαν τραπουλόχαρτα μπροστά μου. Κι εγώ δεν ήξερα καν ποιο να διαλέξω. Δεν ήξερες τελικά να με διαβάζεις αγάπη μου. Δεν ξέρεις τίποτα για ‘μένα. Τίποτα.

Δεν ήξερες να δεις πίσω από τη μάσκα που φόρεσα πριν βγω απ’ το σπίτι. Ούτε να ψάξεις για τα συναισθήματα που έκρυβα. Δε μπήκες στον κόπο να με καταλάβεις, ούτε να με αποκρυπτογραφήσεις, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μου αφιερώσεις λίγο παραπάνω χρόνο.

Δεν έπρεπε να στο ζητήσω. Έπρεπε να το ήθελες. Σε έδιωξα. Σου έδειξα την πιο σκάρτη εκδοχή του εαυτού μου. Σε άφησα να θυμάσαι μόνο πόσο μαλάκας είμαι. Πόσο φτηνή κι άκαρδη. Σε άφησα να νομίζεις πως έχεις δίκαιο. Πως κέρδισες την παρτίδα. Σε άφησα να λες στους φίλους σου πως δε μου αξίζεις.

Μα ξέρεις κάτι; Αυτό ακριβώς αξίζεις τελικά. Έναν τέλεια εκτελεσμένο ρόλο, κι ας μη χειροκρότησες ποτέ σου στο φινάλε.

Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!