sam1

Γράφει η Βαλέρια.

Εδώ με βρίσκεις, λοιπόν. Μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι να κοιτάζω το φαγητό που σιγοβράζει μπροστά μου. Ο ατμός βγαίνει ακριβώς ίδιος με τον θυμό που σώπασα πριν λίγο κι οι μπουρμπουλήθρες ανακατεύονται, όπως η λύπη που προσπάθησα μέσα μου ν’ αγνοήσω.

Το συννεφάκι απ΄το τσιγάρο μου, καθώς ανεβαίνει προς τα πάνω, μπουκώνει την οπτική μου με κουρτίνες και ντουλάπια. Μακάρι να χωρέσουν κάπου όλες μου οι σκέψεις. Ας πάρει κάποιος μαζί του όλα εκείνα που αυτή τη στιγμή ουρλιάζουν στη φαντασία μου ζητώντας ν’ ακουστούν.

Αυτό το μεσημέρι θα καθίσω στο τραπέζι σκεπτόμενη πολλά. Το πιάτο μπροστά μου είναι εντελώς άνοστο. Μια τέτοια στιγμή, οι μοναδικές γεύσεις που αναγνωρίζω είναι αυτές του καφέ και του τσιγάρου μου. Είναι, βλέπεις, η συντροφιά μου δεν το αρνούμαι.

Το βλέμμα άλλοτε κενό και κάποτε σχεδόν χαμογελάει σ’ αναμνήσεις κι ευκαιρίες χαμένες. Τίποτα δεν είναι όσο ίδιο πίστευα πως θα μείνει. Όλα έχουν μετατραπεί σε στιγμές μονοτονίας και γυρίζω πέρα-δώθε ν’ ακουμπήσω κάτι γνώριμο να βρω να συμμαζέψω.

Σου μιλάω ευθέως. Σε κατηγορώ για πολλά. Για όλες εκείνες τις φορές που ένιωσα μόνη ενώ ήσουν ακριβώς δίπλα μου. Συμφιλιώθηκα με την ιδέα πως δεν ήθελες να ξέρεις για τη μοναξιά μου. Έβλεπα μέσα σου να κουβαλάς πολλά, ενώ τα δικά μου «πρέπει» ήταν αμέτρητα. Είχα την ελπίδα πως όλα θ’ αλλάξουν. Χάριζα στους φόβους μου παροδικές στιγμές ευτυχίας ως δώρα για να μη νιώσω πως ξεχνιέμαι. Μα δεν τελείωσα με τις κατηγορίες. Θα σου δώσω όσες αντέξω, φτάνει να πάψω να ελέγχω τον εαυτό μου κρατώντας τον παραπίσω πάντα σιωπηλό.

Σε κατηγορώ, λοιπόν, για όλα όσα έμαθα ν’ αντιμετωπίζω μόνη χωρίς να είμαι έτοιμη. Σαν καλός στρατιώτης βάστηξα γερά και πολέμησα επάξια. Όλα τα έβγαλα εις πέρας. Έμαθα για τον εαυτό μου πολλά κι ας ήταν σκληρό το αντίτιμο.

Σε κατηγορώ, γιατί με έμαθες ν’ αγαπώ τη μοναξιά μου. Αυτή την κρύα, παγερή μοναξιά που δε θέλει κανείς να σιγοντάρει στη ζωή του. Κι επειδή κανείς δεν τη θέλει, βρέθηκα εγώ να την αγαπήσω. Την έκανα φίλη μου αδελφική καθώς, παράλληλα, επεξεργαζόμουν τον κόσμο γύρω μου. Εκεί κατάλαβα πόση ειρωνεία έχει το να αισθάνεσαι μόνος ενώ έχεις τόσο πλήθος δίπλα σου. Μα ακόμα και μέσα σε τόσους ξένους βρήκα τρόπο και λυτρώθηκα.

Σε κατηγορώ, γιατί ποτέ σου δε με υπερασπίστηκες όπως έπρεπε μπροστά σε καταστάσεις κι ανθρώπους. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να το κάνεις όταν λες πως αγαπάς. Μπορώ να σου γίνω παράδειγμα και να δεις από εμένα τον τρόπο που σε φροντίζω και σε προστατεύω απ΄τους γύρω. Ασπίδα κρατούσα πάντα για να πορεύεσαι, ακολουθώντας όλες σου τις επιθυμίες.

Σε κατηγορώ, γιατί δεν έβλεπες την ψυχή μου. Κοιτούσες μα δεν την έβλεπες. Κι ας ήταν πάντα ολοφάνερο το συναίσθημα κι η έκφραση του προσώπου μου. Επέλεγες να μην τη δεις, γιατί θα σου έβγαζε από μέσα σου όσα αρνείσαι ν’ αντιμετωπίσεις.

Κι εδώ που στέκομαι κοιτάζομαι στον καθρέφτη και με κατηγορώ που έπνιξα τον θυμό μου πολλές φορές, που δεν αντέδρασα, απλά άφηνα το μούδιασμα της στασιμότητας να με θυμώνει παραπάνω. Μία ακόμα γουλιά καφέ μόνο για να θυμηθώ πόσα άντεξα και πώς κατάφερα κρατηθώ πλάι σου. Μπορούσα να είχα αποχωρίσει νωρίτερα. Θα είχαν όλα τελειώσει ήδη. Μα έμεινα και δε θέλω να ερμηνεύσω κανένα άλλο «γιατί». Έλεγα το συναίσθημά μου μοιάζει σαν την καφεΐνη που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμη να τελειώσει. Μα δεν τελείωνε ποτέ. Κάποιος της γέμιζε κάποιος το δοχείο και κάπως έτσι κι εγώ με τη σειρά μου δεν έφευγα.

Δεύτερο τσιγάρο και χαρίζω σε ένα ακόμα συννεφάκι καπνού τις σκέψεις μου. Μα, σαν να μην ουρλιάζουν και τόσο πλέον. Τις ακούω λιγάκι πιο ήρεμες, πιο ξαλαφρωμένες. Δοκιμάζω ξανά τη γεύση του φαγητού μπροστά μου αλλά όχι, τα ίδια, τίποτε δεν άλλαξε με πριν. Είναι ακόμα άνοστο και συνηθισμένο.

Με κατηγορώ, γιατί δεν είπα νωρίτερα όλα αυτά που τώρα σκέφτομαι. Τι με εμπόδιζε να εκφράσω όσα βούλιαζαν μέσα μου; Τι ήταν αυτό που με φόβιζε στο να μη μιλήσω; Υποθέτω πως φοβόμουν πιο πολύ τη δική μου αντίδραση  παρά τη δική σου. Τη σκοτεινή πλευρά του μυαλού μας που κανείς μας δεν ήθελε να δει κι ας είχε αρχίσει να πέφτει λίγο-λίγο φως πάνω της.

Μας κατηγορώ, γιατί παρασυρθήκαμε στη δίνη που οι ίδιοι προκαλέσαμε. Μια δίνη που τα ξεσήκωσε όλα, τα έκανε μια μπουκιά και μας τα πήρε μία για πάντα. Τώρα για να πέσει η αυλαία θα πρέπει να παραδοθούμε κι εμείς. Ας είναι. Θα συλλέξουμε τα απομεινάρια να έχουν να μας θυμίζουν κάτι. Κράτησέ τα, στα χαρίζω για να γεμίζεις κι εσύ τα δικά σου συννεφάκια καπνού.

Δεν υπάρχουν άλλες κατηγορίες. έρχεται μια λύπη κι ένας φόβος αλλά θα τα μοιραστούμε μαζί κι αυτά με το τρίτο μας τσιγάρο. Κανένα συννεφάκι αυτή τη φορά. Επιτέλους, καμία σκέψη, κανένα συναίσθημα στο κορμί μου. Μου αρέσουν έτσι άδεια και τα δυο. Ξαλαφρωμένα ν’ ανασάνουν.

Αν το ένα φέρνει τ’ άλλο και σχηματίζουν αλυσίδα η δική μας δεν είχε ποτέ δυνατούς κρίκους. Κατηγόρησα, αγάπησα, συνήθισα μα αύριο είναι άλλη μέρα.

Επιμέλεια κειμένου: Μάιρα Τσιρίγκα

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!