Αrticle of the day: Δες εδώ το πρώτο άρθο της νέας pillowfighter Ειρήνης Αγρίτη!

r626

Δεν ξέρω ακριβώς τι παίζει, μα κάθε φορά που πάω να σου μιλήσω για το τι μου λέει το μεταξύ μας, νιώθω κάπως σαν να έμπλεξα σφηνάκια τεκίλας με ουίσκι και να έχασα έτσι απότομα την ικανότητα να σχηματίζω προτάσεις από αυτές που μας έλεγαν στο δημοτικό, τις «υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο». Δεν είναι τόσο περίεργο βέβαια, αφού αν έπρεπε ντε και καλά να μας βάλουμε μια ταμπέλα η «νορμάλ» θα ήταν η τελευταία που θα μας έρχονταν κατά νου.

Δύο κόσμοι αντίθετοι. Λες «καφέ» (εννοώντας το χρώμα) και λέω «σοκολάτα» (εννοώντας το ρόφημα). Λέω «μαύρο» και απαντάς «δοκίμασε κάτι καινούριο», σκέφτομαι λοιπόν το άσπρο, μα εσύ έχεις στη σκέψη σου το λιλά με κίτρινες και ροζ βούλες. Άκρα και οι δύο. Εγώ όμως το άκρο ενός γκρεμού μέσα στο βουνό κι εσύ το άκρο ενός ουρανοξύστη κάπου στη μέση της πόλης. Εσύ κόκα κόλα με παγάκια, εγώ βότκα χωρίς. Εσύ πίτσα με μπέικον, εγώ λαχανάκια Βρυξελλών και βραστό κοτόπουλο. Εγώ βουνό, εσύ θάλασσα (έτσι για να πούμε κι ένα κλασικό), εσύ κοντά σαράντα και εγώ με το ζόρι περασμένα τα είκοσι. Μας λες κι αντίθετους.

 

 

«Και τι πειράζει;» σε ρωτάω πού και πού, μα κοντοστέκεσαι στην απάντηση. Κοντοστέκεσαι γιατί από ό,τι φαίνεται σε ρωτάω πάντα σε στιγμές που σκέφτεσαι όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος. Να ξέρεις όμως ότι για εμένα αυτή η σιωπή σου των δύο ή τριών δευτερολέπτων, φαντάζει σαν δυνατό τράνταγμα απ΄ τον γιακά. Με επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητά μας και λίγο ξενερώνω. Βέβαια, είναι και οι φορές που η ίδια ακριβώς ερώτηση βγαίνει απ’ το δικό σου στόμα. Εκεί κάνω παύση εγώ, γιατί κι εμένα πάντα σε στιγμές που σκέφτομαι αρνητικά με πετυχαίνεις.

Το λες και πρόβλημα έτσι; Ούτε καν ο συγχρονισμός να μη μας θέλει. Τι ωραία που θα ήτανε ρε φίλε, να μας γεννιούνταν αμφιβολίες την ίδια στιγμή και να θέλαμε να το ζήσουμε στο φουλ τις υπόλοιπες, αλλά ταυτόχρονα. Όχι όμως, έπρεπε ακόμη κι εκεί να μπούμε ανάποδα. Για πες μου λίγο, ποιος διακόπτης γύρισε στραβά, να πάμε να τον κάνουμε ένα restart να στρώσει. Κι έπειτα όλα θα πάνε καλύτερα, υπόσχομαι, ο διακόπτης μόνο να γυρίσει μπας και συγχρονιστούμε.

Μα, απ’ τη άλλη, ίσως αυτό να μας κρατάει. Το ότι σκεφτόμαστε τα ίδια μα σε αντίθετες στιγμές. Ίσως, αν οι αμφιβολίες έρχονταν στο κεφάλι μου την ίδια στιγμή που θα έκαναν guest εμφάνιση και στο δικό σου, να καταλήγαμε να συμφωνούμε πως αυτό που πάμε να ζήσουμε έχει φωτεινές ταμπέλες με τη λέξη «αδιέξοδο» να αναβοσβήνουν ακριβώς από πάνω. Και ίσως αυτό να μας τρόμαζε και να μας ανάγκαζε να κάνουμε μερικά βηματάκια πίσω. Και κάπως έτσι θα γράφαμε το τέλος και θα ήταν κρίμα, γιατί από ό,τι φαίνεται αυτό που έχουμε χτίσει, για σήμερα είναι όμορφο κι ας μην ξέρουμε αν αύριο θα είναι εκεί.

Ίσως λοιπόν αυτή ακριβώς να είναι και η απάντησή μας. Δεν πειράζει που είμαστε αντίθετοι (και λίγο ανάποδοι) γιατί πολύ απλά, αυτό μας κρατάει και κοντά. Ίσως τελικά να σου αρέσει το μαύρο που επιλέγω πιο πολύ απ’ ό,τι λες και μάλλον απολαμβάνω κι εγώ το -πολύχρωμο- λιλά σου παραπάνω από όσο πρόκειται ποτέ να σου παραδεχτώ. Ίσως όταν είσαι μόνος να επιλέγεις βότκα και εγώ αντίστοιχα στο σπίτι μου να ζητάω μία στο τόσο ένα ποτήρι παγωμένη κόκα-κόλα. Ίσως τα κόντρα χαρακτηριστικά μας τελικά να δένουν. Κι αυτό μας κάνει να τα γουστάρουμε κι ας μην το λέμε.

Μάλλον λοιπόν είναι η ώρα να αποδεχτούμε πως πρέπει να το ζήσουμε ασυγχρόνιστα μα παράδοξα συγχρονισμένα. Χωρίς πολλά-πολλά «γιατί» και λοιπές απορίες. Ίσως όχι για πολύ, ίσως όμως όχι και για όσο λίγο υπολογίζαμε. Πολύ απλά, για όσο. Αρκεί αυτό το «όσο» να μας χαρίζει κάτι από έρωτα.