pillow17813

Γράφει η Χρυσούλα Μπανιτσιώτη 

Σήμερα καθώς ξύπνησα, σε σκέφτηκα. Όμως δε θέλω πια να υπάρχεις εσύ στο μυαλό μου. Μου προκαλείς λύπη, στεναχώρια, αγανάκτηση, απογοήτευση. Τι από όλα αυτά να βάλω πρώτο, δεν ξέρω. Το νιώθεις; Εσύ που κάνεις ότι δε με ακούς;

Δεν είναι ωραίο να νιώθει κάποιος έτσι εξαιτίας σου. Πήγα στον καθρέφτη και με κοίταξα. Έχω αλλάξει ή απλώς έτσι νομίζω; Γιατί τα μάτια μου είναι θλιμμένα; Γιατί είναι δακρυσμένα; Μα τι αναρωτιέμαι;! Χθες αποκοιμήθηκα κλαίγοντας. Για σένα, γιατί είσαι μακριά μου. Για όλες εκείνες τις φορές που πίστεψα σ’ εμάς! Μα τι τρελή που είμαι. Είναι δύσκολο κανείς στην εποχή μας να βρει έναν άνθρωπο και να πιστέψει σ’ αυτόν.

Καθώς προχωρούσα αντίκρισα ένα κοχύλι στο μπάνιο. Εκεί έκλεισα όλες τις στιγμές μας. Πλύθηκα, ντύθηκα και ετοιμάστηκα για να βγω έξω στον μουντό καιρό. Μέχρι και ο καιρός ταιριάζει με τα συναισθήματά μου. Αύγουστος κι όλη μέρα βρέχει. Η θερμοκρασία πρέπει να είναι γύρω στους 16 βαθμούς Κελσίου. Ο κόσμος τρέχει πάνω-κάτω στις δουλειές του. Όλοι πολυάσχολοι, δε γυρνάνε το βλέμμα να κοιτάξουν τριγύρω. Ποιος νοιάζεται άραγε για σένα, αν πονάς ψυχικά ή σωματικά; Μόνο ο ίδιος μας ο εαυτός νοιάζεται για την ευτυχία μας.

Πήγα, λοιπόν, έναν περίπατο κατά μήκος του ποταμού και πέταξα το κοχύλι στο νερό. Το παρακολουθούσα για ώρα καθώς παρασυρόταν από το δροσερό νερό και ξαφνικά απομακρύνθηκε απ’ το βλέμμα μου. Δεν μπορούσα να το δω πια! Μαζί μ’ αυτό έφυγαν και οι χιλιάδες ελπίδες που είχα για σένα. Έφυγαν τα όνειρα, αλλά αυτά που περάσαμε μαζί είναι βαθιά χαραγμένα στις ψυχές μας και κανείς δεν μπορεί να τα σβήσει.

Κάπως έτσι κατευθύνθηκα στο κοντινότερο καφέ της πόλης και παρήγγειλα το κλασικό μου ρόφημα. «Ένα freddo espresso σκέτο παρακαλώ», είπα στην μικροκαμωμένη και ταυτόχρονα άκρως χαριτωμένη κοπέλα πίσω από τον πάγκο. Μόλις ο καφές ετοιμάστηκε, ήμουν έτοιμη να φύγω. Μα να πάω πού; Πήρα τον δρόμο για ένα ξέφωτο κοντά στο σπίτι μου. Το ξέφωτο των σκέψεων, όπως το αποκαλούσα. Μου άρεσε πολύ να κάθομαι και να συλλογίζομαι εκεί. Μετά από πέντε μόλις λεπτά και αφού είχα ρουφήξει μια γερή γουλιά από τον καφέ μου, η πρώτη σταγόνα βροχής έπεσε στη μύτη μου. Ήταν ώρα να επιστρέψω σπίτι. Ήταν ώρα να ξεχάσω τα πάντα από εσένα, μαζί με τις αναμνήσεις που έβαλα στο κοχύλι. Μα τι λέω; Αυτό δε γίνεται! Η απουσία σου από τη ζωή μου μού στοίχισε, αλλά θα έρθουν κι άλλα καλύτερα.

Πλησιάζοντας στο σπίτι το μοσχομυριστό φαγητό της μαμάς μού «έσπασε» τη μύτη. Είχε φτιάξει κοτόπουλο με πατάτες, το αγαπημένο μου. Φάγαμε όλοι μαζί και ανέβηκα στη σοφίτα να συνεχίσω τη συγγραφή. Κάθε μέρα είναι μια νέα ευκαιρία, μια νέα περιπέτεια. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να το ζούμε, να γευόμαστε το νόημα της ζωής όποιο κι αν είναι αυτό. Όλα θα πάνε καλά, αρκεί να το πιστέψουμε. Και κάπως έτσι με πήρε ο ύπνος στην κουνιστή καρέκλα που άρεσε πολύ στη γιαγιά μου. Άλλη μια μέρα είχε φτάσει στο τέλος της. Ένιωθα περήφανη, γιατί έκανα ένα βήμα για να σε ξεπεράσω, αλλά θα νιώσω ακόμα καλύτερα όταν το καταφέρω! Κανείς και τίποτα δεν ξεχνιέται έτσι απλά. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνηθίζουμε την απουσία κάποιου που κάποτε ήταν τα πάντα για εμάς!

Ζήσε, αγάπα, έχε όνειρα…

Κάνε σχόλιο!

Έχεις κάποια ιδέα για άρθρο;

Μπορείς να μας προτείνεις ένα θέμα που θα ήθελες να διαβάσεις σε κάποιο απ' τα επόμενα άρθρα μας!