Μου αρέσει να φιλοσοφώ.
Από μικρή με θυμάμαι,να σκοτώνω τις ώρες μου σε ταράτσες ξένων ,ή όχι και τόσο, σπιτιών με ασταμάτητες συζητήσεις για το τί αντιλαμβανόμαστε στο άκουσμα των λέξεων ζωή, έρωτας, ευτυχία.

Μεγαλώνοντας η συνήθεια αυτή μετατράπηκε σε βράδια αξημέρωτα, με ποτήρια κρασί στο χέρι και ρεσό αναμμένα, στο μεγάλο μπαλκόνι του σπιτιού μου που χωρούσε κόσμος και ντουνιας.
Χαζεύαμε το δρόμο, τα διερχόμενα αυτοκίνητα και γεμίζαμε τις κουβέντες μας, σκέψεις, εικόνες, μουσικές.
Ήταν από αυτά τα βράδια που γεμίζουν την ψυχή και ταυτόχρονα την αδειάζουν από κάθε υποψία άγχους.
Τέτοια βράδια είναι που με τρομάζουν γιατί ο εαυτός μου στέκεται γυμνός απέναντί ,χωρίς κανένα πανωφόρι.

Μία από εκείνες τις νύχτες, ως συνήθως, δεν ήμουν μόνη.
Με επισκέφτηκε ο φίλος μου, ο Γιώργος, πιο κατακεραυνωμένος από ποτέ.

– Με πήρανε στην δουλειά που πάντα ήθελα, στο Παρίσι.
Ξεστόμισε με ύφος παθητικό.

-Συγχαρητήρια! Δεν φαντάζεσαι πόσο χαίρομαι! Εσύ όμως γιατί κλαις;

– Γιατί αν φύγω, θα χάσω τη Μαρία. Και αυτό δεν το θέλω.

Πόσο τον καταλάβαινα και ταυτόχρονα, πόσο όχι.
Όμως το «όχι» μου βρισκόταν πιο κοντά!
Όχι! Ο φόβος μας μήπως χάσουμε το έτερον μας ήμισυ, μας κρατάει δέσμιους στην αδυναμία και στην ματαιότητα.
Μας καθηλώνει για το τίποτα ακόμα και αν μας προσφέρονται τα πάντα.
Ευκαιρίες για την καριέρα μας και την μόρφωσή μας, για την ατομική μας εξέλιξη και πρόοδο.

Θα μου πεις εσύ τώρα, «έχεις ερωτευτεί ποτέ και τα λες αυτά;»
Φυσικά και έχω ερωτευτεί, και έχω πέσει και με τα μούτρα.
Το δοκίμασα αυτό. Δεν βγάζει πουθενά.
Ο έρωτας είναι για ακραίες καταστάσεις.
Ίσως οι λέξεις «όλα», «τίποτα», «πάντα» ή «ποτέ» να τον χαρακτηρίζουν επιεικώς.
Δεν είναι για όλους. Είναι για όσους μπορούν να (τον) αντέξουν.
Δεν σου ζήτησε κανείς να συμμετέχεις σε αυτό το παιχνίδι. Τώρα και θα πονέσεις και θα πληγωθείς και θα προσπαθείς να μαζέψεις από το πάτωμα τα κομματάκια σου.
Δυστυχώς δεν έχει εφευρεθεί ακόμη το αντίδοτο.

Πώς λοιπόν θα μπορούσα εγώ να του πω τι είναι το σωστό;
Μα δεν υπάρχει σωστό ή λάθος σε αυτές τις ιστορίες.
Οποιαδήποτε απόφαση κι αν έπαιρνε θα είχε να αντιμετωπίσει και διαφορετικές συνέπειες.

Τον Γιώργο, τον είχα αφήσει να μου μιλάει με τις ώρες χωρίς να τον διακόψω.
Άκουγα υπομονετικά τους προβληματισμούς, αγκάλιασα τη θλίψη του.
Το μόνο που μπόρεσα να του πω ήταν, ότι τα αληθινά σημαντικά πράγματα ίσως να μην εξαρτώνται από παραμέτρους τόσο περιορισμένες και ελεγχόμενες όπως η λογική και η γεωγραφία.
«Δεν νομίζεις ότι αξίζει τον κόπο να το ρισκάρεις», του είπα.
Ίσως πρέπει να αφήσεις την ζωή να σε εκπλήσσει και να δώσεις μία ευκαιρία στο ρίσκο.

Φεύγοντας ο Γιώργος από το σπίτι, έδειχνε να ‘χει πάρει τις αποφάσεις του.
«Δεν εμπιστεύομαι τον χρόνο και την απόσταση.
Θα μείνω εδώ και θα ζήσω μαζί της.
Και που ξέρεις ίσως να κάνω αυτό που μου αρέσει στην Ελλάδα.
Έτσι και αλλιώς χωρίς την Μαρία δεν θα μπορώ να αντιληφθώ τις λέξεις ζωή, έρωτας και ευτυχία