«Σχεδόν Σχέσεις: Μια συζήτηση που έπρεπε να γίνει!» Νέο βιβλίο, ανακάλυψέ το εδώ!

higlyviyl

Γράφει ο Σωτήρης.

 

Έχει ταραχθεί το ωράριο του ύπνου μου. Σε φάση τελείως. Τα φταίει ο εγκλεισμός, τα φταίνε οι δέκα διαφορετικές δουλειές κι ώρες που μου έκατσαν τον τελευταίο χρόνο; Εσένα δεν τολμάω να σε βάλω στην εξίσωση. Δεν το δέχομαι να φταις εσύ που κλείνει το μάτι στις πέντε το πρωί. Θα πω πως φταίει το Νεφλιξ, που από τότε που το έβαλα δεν κλείνει. Ναι σίγουρα, αυτό είναι.

Εσύ δεν ήθελες να βάλουμε Νέφλιξ, θυμάσαι; Θα καταλήξουμε σαν τα βαρετά ζευγάρια που συζητάνε μόνο για σειρές, έλεγες κι εγώ γελούσα μαζί σου που ήσουν τόσο αθεράπευτα βίντατζ καρδιά. Το κινητό σου, σταθερά χωρίς ίντερνετ, σταθερά χωρίς «εξυπνάδα» πάντα το ήθελες μόνο για τα βασικά. Τι να το κάνεις το fb όταν υπάρχουν τα βιβλία έλεγες. Και σε περνούσε ο κόσμος για τρελή.

Έτσι κι εγώ όταν σε γνώρισα. Τα ‘λεγες ωραία, δεν μπορώ να πω. Δεν έμοιαζες με τίποτα από όσα είχα μάθει. Ποιος δεν έχει facebook, σε ρώτησα όταν στο ζήτησα και μου είπες πως δεν έχεις κι ούτε σκοπεύεις να αποκτήσεις. Τότε μου φάνηκε ενδιαφέρον, μα δεν είχα πάρει χαμπάρι πως στο φλερτ, μια χαρά την παλεύεις και χωρίς σόσιαλ, έχεις το κινητό, έχεις το από κοντά, είσαι καλυμμένος. Το θέμα είναι τι γίνεται τώρα. Τώρα που θέλω να σε δω, μα σιγά μη ρίξω τα μούτρα μου να στείλω. Τώρα που θέλω έναν ρουφιάνο να μου λέει τι κάνεις, τι ώρα κοιμάσαι, αν γύρισες στην Κομοτηνή ή έμεινες Αθήνα τώρα με το λοκ ντάουν.

Θα ήθελα να ξέρω αν είμαστε στην ίδια πόλη, για να έχω ένα λόγο που τη νιώθω τόσο άδεια στην τελική. Θα ήθελα να ξέρω αν ζορίζεσαι να κλείσεις βλέφαρο γιατί κάτι σου λείπει. Όχι σαν εμένα, είπαμε φταίει το γαμήδι το συνδρομητικό. Από πείσμα το έβαλα να ξέρεις. Πολύ μου την είχε βαρέσει που πέρασε το δικό σου. Κι ενώ στην αρχή ήταν ενδιαφέρον όλο αυτό το «μακριά η τεχνολογία» κατέληξε βραχνάς. Τώρα που εγώ χρειάζομαι έναν σύμμαχο για να σε χαρτογραφήσω, έχω χάσει κάθε ίχνος σου. Μαλακία ε;

Σκέφτηκα να έρθω από εκεί. Είπα όχι τελικά, γιατί στην πιθανότητα να μην ήσουν μόνη έβγαλα δυο σπυριά και κατέβασα μισό μπουκάλι Γιάννη περπατητή. Έτσι το λέγαμε και γελούσαμε, θυμάσαι; Φυσικά και θυμάσαι, δεν έπαθες κι άνοια, αλλά προχώρησες. Και καλά έκανες, γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι όταν τους φέρονται μαλακισμένα, αποχωρούν και προχωρούν. Κι εγώ το έπαιξα και λίγο μάγκας, αλλά κι εσύ δεν κατάλαβες το θέατρο. Δεν ήξερα ρε συ, δεν ήξερα ότι θα φτάσει μέχρι εκεί αυτό που ένιωθα, εγώ είχα μάθει στο κάθε μήνας κι άλλη πόλη. Κι εσύ ήθελες ξεκάθαρα, ενώ εγώ είχα θολά.

Κι ακόμα έχω. Γι’ αυτό δεν έρχομαι. Γιατί όσα κι αν νιώθω- που νιώθω- δεν μπορώ να γίνω αυτό το φαντασιακό πράγμα που έχεις πλάσει στο κεφάλι σου. Ίσως αν το προσπαθούσα, να πηγαίναμε άλλο πόσο, ένα μήνα; Δύο; Πάλι θα χαλούσε. Δεν ταιριάζουμε κι αυτό μια μέρα θα είναι οκ. Τώρα όμως, δεν είναι. Γι’ αυτό σου λέω, κάνε έναν λογαριασμό. Να ‘χω τον ρουφιάνο μου να ξέρω πότε κοιμάσαι. Έτσι, μπας και κλείσω μάτι καμιά νύχτα.