Και στο έλεγε η μαμά σου, φόρα ζακέτα, εσύ δεν άκουγες.

Τι κατάλαβες; Την άρπαξες και πρέπει να μείνεις σπίτι τώρα. Εντάξει, έχει και τα καλά του το αραλίκι ελέω κρυώματος, αλλά όταν το κεφάλι είναι καζάνι και η μύτη τρέχει συνεχόμενα, το μόνο που θες είναι να οριζοντιωθείς και να περιμένεις καρτερικά το πότε θα σταματήσεις να ανασαίνεις ωσάν τον Darth Vader.

Όλα καλά κι όλα ωραία, αλλά όταν είσαι στις απαρχές μια σχέσης κι αρρωσταίνεις για πρώτη φορά μπροστά στον άλλον, το σενάριο που ακολουθείς δεν είναι απαραίτητα το ίδιο. Καταρχάς, δεν πετάς τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα τριγύρω σου, ούτε σκορπίζεις στο σπίτι το ρολό χαρτί, προκειμένου να υπάρχει παντού κάτι εύκαιρο για να φυσήξεις τη μύτη σου. Παράλληλα, αποφεύγεις να βήχεις σαν ηλικιωμένος άνθρωπος ύστερα από τέσσερα πακέτα τσιγάρα, πνίγοντας φλέματα και βράσιμο του λαιμού. Εκεί σκάει και το δίλημμα.

Από τη μια, θέλεις την ησυχία σου, από την άλλη όμως δε σε χαλάει το να έχεις από πάνω σου κάποιον να σε φροντίζει. Στη δεύτερη εκδοχή, ξαπλάρεις και το νέο σου ταίρι εννοείται πως θα προσφερθεί να σου φτιάξει τσαγάκι, σουπίτσα και ό,τι άλλο επιθυμείς. Σε κάποια φάση, όταν αποφασίσεις να σύρεις το κορμί σου εκτός κρεβατιού, θα έχεις και παρέα, η οποία θα ενδιαφέρεται για το πώς είσαι. Προδέρμ, στοργή, πυρετός και κάποιος να σε νταντεύει.

Στον αντίποδα όμως, όσο και να βολεύει η όλη προσοχή που λαμβάνεις, θες ρε παιδί μου να γκρινιάξεις και να μουγκρίσεις με την ησυχία σου, δίχως να σκέφτεσαι πώς θα σε δει ο άλλος. Να μη σε νοιάζει που θα είσαι λες κι έχεις φάει ξύλο, με κύκλους κάτω από τα μάτια, σαν της κουκουβάγιας και με διάθεση για σάπισμα στο κρεβάτι, έως ότου βγει η Ελλάδα από το μνημόνιο.

Να ρουθουνίζεις και να εξαπολύεις τις μυξούλες σου στα χαρτομάντιλα χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος. Να κάνεις ατέρμονο ζάπινγκ στην τηλεόραση ή να λιώνεις στον υπολογιστή με την ησυχία σου και να καταπίνεις τις καραμέλες για το λαιμό τη μια μετά την άλλη. Να φτερνίζεσαι ολούθε και να σκορπάς αδιακρίτως τα μικρόβιά σου.

Μπορεί η σούπα που θα φτιάξεις να μην είναι εξίσου καλή, μιας και από τη ντάγκλα το πιθανότερο να φτιάξεις κάτι νερόβραστο με πεταμένα λαχανικά μέσα, αλλά στην τελική, μπορείς να παραγγείλεις. Και μπορεί να μην έχεις κάποιον να πεις τον πόνο σου, αλλά αν σε αφήνει ο λαιμός σου, υπάρχει και το τηλέφωνο.

Και μην ακούσω τίποτα σενάρια για role playing με νοσοκόμες και γιατρούς. Αν είσαι πραγματικά κλινήρης, δεν έχεις όρεξη ούτε καν για αυτό, ενώ σε κάθε περίπτωση, όντας κρυωμένος, δεν είσαι όσο θελκτικός όσο φαντάζεσαι, οπότε άσε τα παιχνίδια για όταν γίνεις καλά. Στην τελική, το μόνο ερεθισμένο πάνω σου σε εκείνη τη φάση είναι ο λαιμός σου.

Ψόφα λοιπόν στον ύπνο, γύρνα πλευρό εκατοντάδες φορές, άσε τα συμπτώματα να κάνουν τον κύκλο τους κι απόλαυσε την άναρχη γαλήνη των πρησμένων ματιών, του ταλαιπωρημένου λαιμού και της βουλωμένης μύτης, παρέα με ένα τίλιο.

Σίγουρα βέβαια, πάντα είναι καλύτερο να χουχουλιάζεις με παρέα, αντί μόνος, αλλά υπό τέτοιες συνθήκες, το πράγμα αλλάζει. Άλλωστε, ευκαιρίες να σε δει ο άλλος χάλια θα έχει αρκετές στην πορεία, οπότε ζήσε την αρρώστια σου solo τώρα που μπορείς.

 

Συντάκτης: Στέφανος Στεφανόπουλος