Μας έμαθαν ότι αν δεν περιμένεις, εγκαταλείπεις.
Ότι αν δεν ελπίζεις, κάτι πάει λάθος. Ότι αν δεν κοιτάς μπροστά, μένεις πίσω. Κι έτσι, ακόμα και στις πιο μικρές στιγμές, στεκόμαστε σε αναμονή. Περιμένουμε να συμβεί κάτι παραπάνω. Να έρθει το μετά. Να αποδειχθεί το άξιζε. Δεν μας είπαν ποτέ πόσο εξαντλητικό είναι αυτό.
Ζούμε φορτώνοντας τις στιγμές με μέλλον. Τις πιέζουμε να εξελιχθούν, να αντέξουν, να δικαιολογήσουν τον χρόνο και το συναίσθημα που τους δίνουμε. Ακόμα και η χαρά καλείται να αποδείξει τη χρησιμότητά της — να κρατήσει, να επαναληφθεί, να μην χαθεί γρήγορα. Αλλιώς μοιάζει σχεδόν άκυρη. Σαν λάθος.
Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, παύουμε να είμαστε παρόντες.
Όχι γιατί δεν ζούμε, αλλά γιατί περιμένουμε.
Το παρόν γίνεται διάδρομος. Ένα πέρασμα προς κάτι άλλο. Δεν στεκόμαστε μέσα του, το χρησιμοποιούμε. Το διασχίζουμε βιαστικά, με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, σαν να φοβόμαστε ότι αν μείνουμε, θα χάσουμε την ευκαιρία να φτάσουμε αλλού. Κι έτσι, ακόμα κι όταν κάτι μας αγγίζει, δεν του δίνουμε χρόνο να καθίσει. Του ζητάμε περισσότερα απ’ όσα ήρθε να δώσει.
Η προσδοκία έχει μάθει να μεταμφιέζεται σε αρετή. Να μοιάζει με ελπίδα, με φως, με δύναμη. Σπάνια μιλάμε για τον θόρυβο που κάνει. Για το πώς τραβά την προσοχή μας διαρκώς έξω από τη στιγμή. Για το πώς δεν κουράζει επειδή αποτυγχάνει, αλλά επειδή δεν σωπαίνει ποτέ.
Μέχρι που έρχεται εκείνη η στιγμή — όχι εντυπωσιακή, όχι θεαματική — που δεν περιμένεις τίποτα.
Όχι επειδή παραιτήθηκες.
Αλλά επειδή χαλάρωσες.
Δεν είναι απόφαση. Είναι μια ανεπαίσθητη εσωτερική παύση. Σαν να κατεβάζεις τους ώμους χωρίς να το σκεφτείς. Σαν να αφήνεις κάτω μια βαλίτσα και να καταλαβαίνεις πόσο βαριά ήταν μόνο όταν πια δεν την κρατάς.
Και αντί για κενό, έρχεται ανακούφιση.
Η απουσία προσδοκίας δεν είναι αδιαφορία. Είναι χώρος. Χώρος να υπάρξεις χωρίς να μετράς. Να νιώσεις χωρίς να φοβάσαι τι θα ακολουθήσει. Να χαρείς χωρίς να απαιτείς διάρκεια. Ένας χώρος όπου η στιγμή δεν σου χρωστά τίποτα και εσύ δεν της ζητάς αποδείξεις.
Η χαρά, όταν δεν της ζητάς να κρατήσει, γίνεται πιο καθαρή. Δεν πιέζεται να στεριώσει. Δεν αγχώνεται να επαναληφθεί. Δεν κουβαλά τον φόβο της απώλειας, γιατί δεν έχει υποσχεθεί τίποτα. Υπάρχει για όσο υπάρχει — και αυτό αρκεί.
Υπάρχει κάτι βαθιά ήσυχο σε αυτό. Μια μορφή ευγνωμοσύνης που δεν χρειάζεται λέξεις. Όχι για όσα πήρες, αλλά για όσα δεν χρειάστηκε να απαιτήσεις. Για το γεγονός ότι η στιγμή σε βρήκε ανοιχτό, όχι απαιτητικό.
Κι όμως, έχουμε μάθει να επενδύουμε παντού. Σε ανθρώπους, σε καταστάσεις, σε πιθανότητες. Να περιμένουμε ανταπόδοση, έστω και σιωπηλά. Να απογοητευόμαστε όταν κάτι τελειώνει χωρίς να “αξιοποιηθεί”. Σαν να ήταν λάθος που απλώς συνέβη.
Αλλά δεν είναι όλες οι στιγμές φτιαγμένες για να εξελιχθούν.
Κάποιες υπάρχουν τόσο απλά, είναι απλώς κομμάτι της ημέρας σου.
Και τις χαλάμε, φορτώνοντάς τες με μέλλον.
Η συναισθηματική αποσυμπίεση δεν έρχεται όταν όλα πάνε καλά. Έρχεται όταν σταματάς να απαιτείς να πάνε κάπως. Όταν αφήνεις το παρόν να είναι μικρό, εφήμερο, ανθρώπινο. Όταν δεν του ζητάς να αποδείξει την αξία του στο αύριο.
Εκεί καταλαβαίνεις κάτι ουσιαστικό: δεν χάνεις όταν δεν περιμένεις. Κερδίζεις ηρεμία. Δεν μικραίνεις τη ζωή σου. Τη μαλακώνεις. Της αφήνεις χώρο να αναπνεύσει.
Γιατί όταν δεν περιμένεις, βλέπεις.
Όταν δεν απαιτείς, ακούς.
Όταν δεν επενδύεις διαρκώς στο μέλλον, επιστρέφεις στο σώμα σου, στη στιγμή, σε αυτό που είναι μπροστά σου.
Και αυτή η παρουσία δεν είναι παθητική. Είναι θαρραλέα. Θέλει δύναμη να μην πιέζεις τα πράγματα να γίνουν κάτι άλλο. Θέλει ωριμότητα να αποδεχτείς ότι δεν χρειάζεται όλα να κρατήσουν για να έχουν σημασία.
Κάποια στιγμή το καταλαβαίνεις καθαρά: δεν είσαι λιγότερος επειδή δεν ζήτησες. Είσαι πιο ήσυχος. Δεν έχασες ευκαιρίες. Απλώς δεν φόρτωσες τις στιγμές με βάρη που δεν τους ανήκαν.
Και αυτή η ησυχία δεν μοιάζει με τίποτα περίπλοκο.
Μοιάζει με συμφιλίωση.
Με τη ζωή όπως είναι — όχι όπως θα ήθελες να αποδειχθεί.
Μερικές φορές, το μεγαλύτερο δώρο δεν είναι αυτό που πήρες.
Είναι αυτό που δεν περίμενες και μέσα σε αυτό, βρήκες χώρο.
Και κάπου εδώ, θα ήθελα να αφήσω μια τελευταία σκέψη
Ίσως τελικά να μην φοβόμαστε την απουσία προσδοκίας, αλλά τη σιωπή που αφήνει πίσω της. Γιατί εκεί δεν υπάρχει σχέδιο να κρυφτείς, ούτε μέλλον να μεταθέσεις τον εαυτό σου. Εκεί είσαι μόνο εσύ και αυτό που συμβαίνει τώρα. Και αυτό τρομάζει. Γιατί αν δεν περιμένεις τίποτα, δεν έχεις δικαιολογία να μην είσαι παρών. Δεν μπορείς να πεις “θα ζήσω μετά”. Ζεις ήδη
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
