Οι σχέσεις εξελίσσονται, οι άνθρωποι αλλάζουν και οι ρόλοι επαναδιαπραγματεύονται — τουλάχιστον θεωρητικά. Στην πράξη, όμως, οι προσδοκίες από τις γυναίκες παραμένουν συχνά καθηλωμένες στο παρελθόν. Αυτό ακριβώς ανέδειξε και το απόσπασμα από τη συνέντευξη της Αντελίνας και του Χάρη Βαρθακούρη που έγινε viral τις τελευταίες ημέρες.
Το απόσπασμα αυτό δε δείχνει κάτι το εξαιρετικά ενδιαφέρον επειδή ένας σύζυγος εξέφρασε προτιμήσεις ή επειδή μια γυναίκα έχασε βάρος, όπως το επιθυμούσε. Το εντυπωσιακό της υπόθεσης προκύπτει επειδή αυτές οι «προτιμήσεις» παρουσιάστηκαν ως όροι ταυτότητας. «Έτσι τη γνώρισα. Αυτή είναι η Αντελίνα που ερωτεύτηκα», ανέφερε ο Χάρης για τα κιλά που έχασε η σύζυγός του, μετά από σχόλιο του Λιάγκα περί αυτού. «Δεν ήταν η γυναίκα μου»., συμπλήρωσε, με την ίδια να γνέφει επιδοκιμαστικά. Λόγια που, ειπωμένα δημόσια, δε μένουν ποτέ αθώα. Γιατί δε μιλάνε απλώς για γούστο· μιλάνε για ιδιοκτησία πάνω στην εικόνα της γυναίκας.
Το μοτίβο είναι παλιό όσο και η πατριαρχία: ο άντρας μπορεί να αλλάξει φάση, καριέρα, στυλ, σώμα, διαθέσεις. Να «ωριμάσει». Να «περάσει κρίσεις». Να «ψάχνεται». Η γυναίκα όμως; Οφείλει να παραμένει αναγνωρίσιμη, οικεία, ακίνδυνη. Να μη θυμίζει παλιές εκδοχές που βολεύουν. Να μη φέρνει «νευρικότητα» όταν ντύνεται, βάφεται ή απλώς… βγαίνει μόνη της από το σπίτι.
Όταν η Αντελίνα περιγράφει ότι «φτιάχτηκα και κάτι του ξύπνησε» για μια ένταση που προέκυψε μετά από έξοδό της άνευ συνοδείας του, δεν ακούμε απλώς ζήλια. Ακούμε τον φόβο της γυναικείας αυτονομίας. Τον φόβο ότι η γυναίκα μπορεί να υπάρξει και εκτός του βλέμματος, του σπιτιού, της καθημερινής φροντίδας. Και ναι, μπορεί η Αντελίνα να είναι πλήρως χαρούμενη με τη συνθήκη αυτή. Το ζήτημα προκύπτει όταν αυτό παρουσιάζεται ως «υγιής αγάπη» ή «παραδοσιακή ισορροπία». Γιατί η αγάπη δε ζητά να μικρύνεις για να χωρέσεις.
Το «θέλω όταν είμαι στο σπίτι να είμαι άβαφτη, να είμαι η Αντελίνα του, να του μαγειρέψω, να τον περιποιηθώ» παρουσιάζεται ως επιλογή. Και ναι, μπορεί να είναι. Ο φεμινισμός δεν απαγορεύει ρόλους. Απαγορεύει την επιβολή τους. Το ερώτημα δεν είναι αν μια γυναίκα θέλει να είναι έτσι. Το ερώτημα είναι αν νιώθει ελεύθερη να είναι και αλλιώς, χωρίς να απειλείται η αποδοχή της ή η ισορροπία της οικογένειας.
Πάρα πολλές γυναίκες είδαν σε αυτό το απόσπασμα τη δική τους καθημερινή διαπραγμάτευση: πόσο μπορώ να αλλάξω χωρίς να πάψω να είμαι «η γυναίκα του»; Πόσο χώρο έχω πριν θεωρηθώ πρόβλημα; Πότε η εξέλιξή μου γίνεται απειλή; Και ναι, υπάρχουν και όσοι λένε «είναι ευτυχισμένοι, αφήστε τους ήσυχους». Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα κανενός στη δική του δυναμική. Αλλά όταν μια δυναμική προβάλλεται δημόσια, σχολιάζεται δημόσια. Και όταν αναπαράγει την ιδέα ότι η γυναίκα οφείλει να παραμένει version 1.0 για να είναι αγαπητή, τότε δε μιλάμε απλώς για ένα ζευγάρι. Μιλάμε για ένα σύστημα.
Γιατί, τελικά, το πιο πατριαρχικό στοιχείο δεν είναι το «είναι κακό αυτό που θέλω;». Είναι το ότι η ερώτηση δε γίνεται ποτέ αντίστροφα. Είναι αυτονόητο ότι ο άντρας αλλάζει. Και ακόμα πιο αυτονόητο ότι η γυναίκα οφείλει να τον θυμάται όπως τον γνώρισε. Και μέχρι να σταματήσει αυτό να θεωρείται φυσιολογικό, τέτοια αποσπάσματα θα συνεχίσουν να μας ενοχλούν. Όχι γιατί είμαστε «υπερβολικές», αλλά γιατί έχουμε κουραστεί να μας ζητούν να μένουμε ίδιες για να μας αγαπούν.