Έναν μήνα πριν από τη θλιβερή επέτειο της τραγωδίας των Τεμπών, εκεί όπου η συλλογική μνήμη θα έπρεπε να λειτουργεί ως κοινός τόπος πένθους, διεκδίκησης και ενότητας, ανοίγει ένα μέτωπο εσωτερικής σύγκρουσης που προκαλεί μόνο στεναχώρια. Ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων Τεμπών βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές καταγγελίες από μέλη του ίδιου του Διοικητικού του Συμβουλίου, τα οποία με επίσημη επιστολή ζητούν την παραίτηση της Προέδρου, Μαρία Καρυστιανού, κάνοντας λόγο για ζητήματα οικονομικής διαχείρισης και μονομερείς αποφάσεις.
Στην ανακοίνωση που φέρει ημερομηνία 8 Ιανουαρίου 2026 και υπογράφεται από την πλειοψηφία του Δ.Σ., επισημαίνεται ότι ο οικονομικός απολογισμός απορρίφθηκε, καθώς –σύμφωνα με τα μέλη– πραγματοποιήθηκαν δαπάνες χωρίς προηγούμενη έγκριση ή ενημέρωση του Συμβουλίου. Οι αιχμές είναι ξεκάθαρες: οι χειρισμοί της Προέδρου, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, φέρεται να έγιναν ερήμην των θεσμικών διαδικασιών του Συλλόγου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο ζήτημα της φερόμενης συνεργασίας της κας Καρυστιανού με «άγνωστους συνεργάτες και επιτελεία», με στόχο –όπως αναφέρεται– τη δημιουργία κινήματος ή πολιτικού κόμματος. Τα μέλη του Δ.Σ. δηλώνουν πως δεν είχαν καμία σχετική ενημέρωση και εκφράζουν την αντίθεσή τους στη χρήση της ιδιότητας της Προέδρου του Συλλόγου σε δράσεις πολιτικού χαρακτήρα.
Η επιστολή καταλήγει με σαφές αίτημα: την άμεση παραίτηση της Προέδρου και την παράδοση των τραπεζικών καρτών που είναι συνδεδεμένες με τους λογαριασμούς του Συλλόγου, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε προσωπική ή πολιτική δραστηριότητα είναι θεμιτή, όχι όμως υπό την εκπροσώπηση ενός συλλογικού φορέα που έχει έναν συγκεκριμένο και ιερό σκοπό.
Χθες, 13/1 η Μαρία Καρυστιανού τοποθετήθηκε δημόσια δηλώνοντας την παραίτησή της από την προεδρία και το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών. Με ένα βαρύ, τεκμηριωμένο και βαθιά πολιτικό κείμενο, έκανε λόγο για εσωτερικό διχασμό σε έναν φορέα ο οποίος δημιουργήθηκε για έναν ιερό σκοπό: τη δικαίωση των νεκρών και την αποκατάσταση της αλήθειας.
Η ίδια περιγράφει ξεκάθαρα ότι, παρά τη σιωπή και την ανοχή που επέδειξε επί μακρόν για χάρη της ενότητας, ο διχασμός τελικά επικράτησε. Μιλά για «τρικλοποδιές εκ των έσω», για κομματικά κριτήρια που υπερίσχυσαν του κοινού αγώνα και για μια απόφαση πέντε μελών του Δ.Σ. που, όπως τονίζει, είναι νομικά άκυρη και ηθικά απογοητευτική. Δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: δε συγκλήθηκε ποτέ νόμιμο Διοικητικό Συμβούλιο με θέμα την παραίτησή της, δεν υπήρξε ημερήσια διάταξη, ούτε δυνατότητα τοποθέτησής της, ενώ υπενθυμίζει το αυτονόητο – ότι η παραίτηση είναι προσωπική πράξη και δεν «αποφασίζεται» από τρίτους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το σημείο όπου συνδέει ευθέως την επίθεση εναντίον της με την πρωτοβουλία της να συσπειρώσει Κίνημα Πολιτών για την τιμωρία των ενόχων και την αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου. Εκεί, η Καρυστιανού υποστηρίζει ότι η σύγκρουση δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα βαθύτερων κινήτρων που δε συνάδουν με τον χαρακτήρα ενός συλλογικού οργάνου πένθους και διεκδίκησης.
Παράλληλα, επιχειρεί να ανατρέψει το αφήγημα γύρω από τα οικονομικά, τονίζοντας ότι η ίδια ζητούσε επίμονα τη δημοσιοποίηση των οικονομικών καταστάσεων και τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης, προκειμένου να υπάρξει διαφάνεια, απολογισμός και εκλογή νέου Δ.Σ. Περιγράφει μάλιστα συγκεκριμένα email, ημερομηνίες και προτάσεις που –όπως λέει– δεν έγιναν δεκτές, με αποτέλεσμα η «λάσπη» να πέφτει πάνω της, ενώ εκείνη επέλεγε να σιωπά για να μην εκθέσει άλλα μέλη του Συλλόγου.
«Δεν παραιτήθηκε, την παραίτησαν»
Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, σχολίασε το πρωί της Τετάρτης ότι «η Μαρία Καρυστιανού δεν παραιτήθηκε, συνήλθε το ΔΣ των 6 από τους 7 και ψήφισαν για να παραιτηθεί. Την έδιωξαν. Η κυρία Καρυστιανού μιλάει κατά των πολιτικών που είναι θεσιθήρες αλλά η ίδια δεν παραιτήθηκε».
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι και η αναφορά της στην αμφισβήτηση της παρουσίας της στο Ευρωκοινοβούλιο. Η Καρυστιανού θέτει το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση: αν είχε τηρηθεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, τα παιδιά που χάθηκαν στα Τέμπη θα ήταν σήμερα ζωντανά. Δε μιλά ως θεσμικός παράγοντας, αλλά ως άνθρωπος που βλέπει τη μεγάλη εικόνα και τις ευθύνες που ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα.
Η κατάληξη της δήλωσής της είναι ίσως η πιο βαριά. Δηλώνει ότι δεν μπορεί πλέον να είναι μέλος αυτού του Διοικητικού Συμβουλίου και ζητά να αποφασίσει κυρίαρχα η Γενική Συνέλευση των μελών. Κλείνει με μια έκκληση ενότητας προς τους συγγενείς και τους επιζώντες, όχι με όρους εξουσίας, αλλά με όρους αγκαλιάς και κοινής πορείας.
Όταν μία τέτοια εσωτερική σύγκρουση γίνεται δημόσια, το ρίσκο είναι διπλό. Από τη μία, δίνεται χώρος σε όσους θέλουν να απαξιώσουν συνολικά τον αγώνα των συγγενών και ψάχνουν αφορμή να αμαυρώσουν τον τόσο σημαντικό αυτό αγώνα. Από την άλλη, η ουσία –οι άνθρωποι που χάθηκαν άδικα και οι ευθύνες που ακόμη αναζητούν απαντήσεις– περνά σε δεύτερο πλάνο. Κι αυτό είναι πραγματικά κρίμα. Γιατί τα Τέμπη δεν είναι πεδίο αντιπαράθεσης, ούτε προσωπικών στρατηγικών. Είναι μια πληγή που ζητά ενότητα, καθαρότητα και σεβασμό. Και όσο αυτός ο στόχος κινδυνεύει να σπιλωθεί από εσωτερικούς διχασμούς, τόσο πιο βαριά γίνεται η σιωπή γύρω από το πραγματικό ζητούμενο.