Λοιπόν, καθίστε αναπαυτικά, κλείστε για λίγο το TikTok (ναι, μπορείς) και πάμε να μιλήσουμε για το εθνικό μας αγαπημένο σπορ: το κράξιμο της Gen Z. Γιατί, σύμφωνα με έναν νευροεπιστήμονα, είναι επίσημο. Η Gen Z είναι η πρώτη γενιά που βγήκε λιγότερο έξυπνη από την προηγούμενη.

Όχι λιγότερο «δημιουργική». Όχι λιγότερο «ευαίσθητη». Λιγότερο ευφυής. Με μετρήσιμη πτώση σε προσοχή, μνήμη, κατανόηση κειμένου, μαθηματικά, επίλυση προβλημάτων και συνολικό IQ. Από τότε που μετράμε τη γνωστική ανάπτυξη, δηλαδή από τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν έχει ξανασυμβεί. Μέχρι που εμφανίστηκε η γενιά που μεγάλωσε με tablet απο την κούνια της και σόσιαλ μίντια λογαριασμό από ετών 6.

Αυτό δεν το λέει κάποιος θυμωμένος αρθρογράφος. Το λέει ο Jared Cooney Horvath, πρώην εκπαιδευτικός και νυν νευροεπιστήμονας, ο οποίος πήγε μέχρι τη Γερουσία των ΗΠΑ για να εξηγήσει κάτι απλό και τρομακτικό μαζί: ενώ οι νέοι περνούν περισσότερες ώρες στο σχολείο από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά, μαθαίνουν λιγότερα. Και όχι επειδή «δεν προσπαθούν αρκετά», αλλά επειδή το σύστημα αποφάσισε να προσαρμοστεί στα εργαλεία, αντί να προσαρμόσει τα εργαλεία στον άνθρωπο.

Η μεγάλη αγάπη της εποχής λέγεται EdTech. Εκπαιδευτική τεχνολογία. Υπολογιστές, tablets, «μία συσκευή ανά μαθητή», παρουσιάσεις αντί για βιβλία, κουκκίδες αντί για σκέψη. Το πρόβλημα, λέει ο Χόρβαθ, είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν λειτουργεί έτσι. Δεν είναι φτιαγμένος για να μαθαίνει από σύντομα αποσπάσματα, από περιλήψεις των περιλήψεων, από γρήγορο scrolling που μιμείται γνώση χωρίς να τη δημιουργεί.

Οι άνθρωποι, όσο κι αν δε μας αρέσει να το παραδεχόμαστε το 2026, είναι βιολογικά προγραμματισμένοι να μαθαίνουν από άλλους ανθρώπους. Από βλέμματα, από συζήτηση, από λάθη, από χρόνο. Όχι από οθόνες που πετάνε πληροφορία με ρυθμό ντοπαμίνης. Κι όμως, η Gen Z περνά περισσότερο από τον μισό χρόνο που είναι ξύπνια κοιτώντας μια οθόνη. Και κάπου εκεί, η συγκέντρωση γίνεται πολυτέλεια και η βαθιά κατανόηση εξαίρεση.

Τα στοιχεία δεν είναι μεμονωμένα. Ο Χόρβαθ μιλά για δεδομένα από 80 χώρες, που δείχνουν το ίδιο μοτίβο εδώ και δεκαετίες: όσο αυξάνεται η τεχνολογία στις τάξεις, τα μαθησιακά αποτελέσματα πέφτουν. Στις ΗΠΑ, τα προγράμματα «μία συσκευή ανά μαθητή» συνοδεύτηκαν από στασιμότητα ή πτώση στις επιδόσεις. Ακόμα και παιδιά που χρησιμοποιούσαν υπολογιστή αποκλειστικά για σχολική εργασία, μόλις πέντε ώρες την ημέρα, τα πήγαιναν χειρότερα από παιδιά που σχεδόν δεν άγγιζαν τεχνολογία.

Ωστόσο και παρότι τα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρη γνωστική πτώση, πολλοί νέοι είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι είναι πανέξυπνοι. Γιατί έχουν πρόσβαση στην πληροφορία. Γιατί μπορούν να βρουν απάντηση σε δευτερόλεπτα. Μόνο που η πρόσβαση δεν είναι γνώση και το Google δεν είναι μνήμη. Όπως το θέτει ωμά ο Χόρβαθ, όσο πιο σίγουρος είναι κάποιος για το πόσο έξυπνος είναι, τόσο πιο πιθανό είναι να μην είναι. Το πρόβλημα, λένε οι ειδικοί, δε λύνεται με καλύτερες εφαρμογές, ούτε με περισσότερα tablets, ούτε με «έξυπνες» τάξεις. Λύνεται μόνο αν αποδεχτούμε ότι κάναμε λάθος. Ότι αντί να αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουν τα παιδιά μας και να σχεδιάσουμε την εκπαίδευση γύρω από αυτό, παραδώσαμε την εκπαίδευση στα εργαλεία.

Γι’ αυτό και οι προτάσεις που πέφτουν πλέον στο τραπέζι μοιάζουν ακραίες μόνο επειδή ξεχάσαμε το αυτονόητο: καθυστέρηση smartphones, επιστροφή σε απλά κινητά, σοβαρός περιορισμός της τεχνολογίας στα σχολεία, μοντέλα σαν αυτά της Σκανδιναβίας, όπου το EdTech κόπηκε μαχαίρι. Όχι από συντηρητισμό, αλλά από ανάγκη.

Το έχουν βαφτίσει «κοινωνική έκτακτη ανάγκη». Όχι γιατί η Gen Z είναι χαμένη γενιά, αλλά γιατί μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που της έμαθε να σκρολάρει αντί να σκέφτεται.